Το έτος είναι 325 μ.Χ., γύρω στους τριακόσιους άνδρες αποχωρούν από ένα αυτοκρατορικό παλάτι, ο ήλιος δύει στην επαρχία της Προύσας. Η πόλη ονομάζεται Νίκαια και δύο μήνες εκκλησιαστικών διαβουλεύσεων θα της εξασφαλίσουν ένα μερίδιο αθανασίας. Ανάμεσα στους άνδρες ένας βορειοαφρικανός με κόκκινο μάγουλο. Η Σύνοδος της Νίκαιας τον έχει νικήσει και, ως γνωστόν, οι νικητές γράφουν την ιστορία. Αλλά ας αναλύσουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Ένα πράγμα πρέπει πρωτίστως να ξεκαθαριστεί. Γίνεται πολύ συχνά λόγος για έναν υποτιθέμενο διαχωρισμό εκκλησίας και θρησκείας, μια άποψη που θέλει το δόγμα της θρησκείας ως κάτι διαφορετικό από τα όσα λέει το «παπαδαριό», τον Ιησού διαφορετικό από τον αρχιεπίσκοπο. Και ενώ είναι απολύτως λογικό κάποιος να μην θέλει να αποδώσει τις σταυροφορίες στο όνομα του Χριστού, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά: δεν γνωρίζουμε τον Χριστό και τις διδασκαλίες του παρά μόνο όσα του αποδίδονται από διάφορες ομάδες, διάφορες πρωτο-εκκλησίες. Μήπως τάχα υπήρξε κάποια καθαρή καθ’ εαυτήν χριστιανική διδασκαλία που η εκκλησία, τρίβοντας ύπουλα τα χέρια της, αλλοίωσε; Η απάντηση είναι αρνητική. Μήπως υπάρχει κάποιο αυθεντικό δόγμα που προϋπάρχει της εκκλησίας; Πιθανόν, αλλά δεν γνωρίζουμε· αυτό είναι εξάλλου και το εφαλτήριο πάτημα του καθενός να ερμηνεύει τον Χριστό ως βούλεται. Σε κάθε περίπτωση, η εκκλησία διαμορφώνει το δόγμα, όχι το δόγμα την εκκλησία, και όχι βέβαια σε μια στιγμή, αλλά καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Τώρα το ποια εκκλησία, αυτό είναι ένα ζήτημα.
Ας διατυπωθεί καλύτερα το παραπάνω: η εκκλησία καθορίζει την ορθοδοξία, την ορθή γνώμη περί των θεϊκών, την ορθή θεολογία. Αρκεί να σημειωθεί πως κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες υπήρχαν πάρα πολλοί που αυτοαποκαλούνταν χριστιανοί. Βαλεντινιανοί, Σηθιανοί, Εβιωνίτες, Μαρκιωνιστές, Μοντανιστές, όλοι αυτοί χρωστούσαν την πίστη τους στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, μαζί με κάποιους ακόμη που αναδρομικά έμελλε να ονομαστούν ορθόδοξοι, πρωτίστως επειδή επικράτησαν. Με διαρκείς δογματικές αντιπαραθέσεις και θεολογικές διαφωνίες εξελίχθηκε ο χριστιανισμός, με άλλες ομάδες να αποκτούν και άλλες να χάνουν δύναμη, έως ότου η Σύνοδος της Νίκαιας το 325 έφερε μια από τις πρώτες ιστορικές τομές. Και όχι, δεν θα αναφερθούμε στην απαγόρευση του αυτοευνουχισμού των ιερέων, αλλά στο μάγουλο ενός βορειοαφρικανού, ονόματι Αρείου.
Ο χριστιανισμός, όπως είναι γνωστός σήμερα, χρωστάει τα θεμέλια του δόγματός του στον Άρειο, καθώς εξαιτίας της αντιπαράθεσης του ίδιου και των ομοϊδεατών του επισκόπων διαμορφώθηκε το κεντρικό δόγμα του ομοουσίου της Αγίας Τριάδας. Ο Αρειανισμός, συγκεκριμένα, πρέσβευε πως ο Υιός δεν είναι άχρονος, αλλά το πρώτο και το καλύτερο δημιούργημα του άχρονου Πατρός. Με άλλα λόγια, ο Χριστός ήταν ένας «ανώτερος άνθρωπος» και όχι Θεός, δεν μοιραζόταν την ίδια θεϊκή ουσία, καθώς ο Θεός είναι αδύνατο να γεννηθεί και να πεθάνει. Η άποψη αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την έννοια του ομοουσίου, δηλαδή πως ο Θεός έχει τρία πρόσωπα αλλά μία ουσία, «έν είναι», παρότι και οι δύο αντικρουόμενες θεολογίες στηρίζονταν στα ίδια κείμενα. Μάλιστα, η παράδοση θέλει τον Νικόλαο, επίσκοπο Μύρων της Λυκίας, να χαστουκίζει τον Άρειο για τις απόψεις του αυτές. Ασχέτως εάν το περιστατικό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, το χαστούκι της ιστορικής ήττας του Αρείου εορτάζεται, τουλάχιστον επιφανειακά, από την ορθοδοξία. Στην πραγματικότητα, όμως, πρέπει να ανευρεθεί η ίδια η ουσία αυτού του θεολογικού διαπληκτισμού.
Τι είναι πραγματικά αυτό που καθιστά τον χριστιανισμό, έτσι όπως επικράτησε, μια ξεχωριστή θρησκεία; Αρκεί να σκεφτούμε πως τόσο οι αβρααμικές θρησκείες όσο και ένα μεγάλο ακόμη μέρος θρησκειών (εξαιρώ επίτηδες τις ανατολικές), είτε μονοθεϊστικές είτε πολυθεϊστικές, έχουν ένα θεμελιώδες κοινό χαρακτηριστικό: ο Θεός είναι ο ύψιστος δικαστής, απονέμει τη δικαιοσύνη, βρίσκεται πάνω από τους ανθρώπους και στέλνει τις εντολές του σε αυτούς, είτε αυτές είναι δέκα είτε ολόκληροι τόμοι. Η τομή του Χριστιανισμού έρχεται στο γεγονός πως ο Θεός γίνεται άνθρωπος, παύει να στέκεται πάνω από το δημιούργημα και η αγάπη υπερτερεί του νόμου, της τυφλής δικαιοσύνης του δικαστή. Ο Θεός πάσχει, υποφέρει και αγαπά, αυτός είναι και ο τρόπος χριστιανικής προσέγγισης του ανθρώπου: η αγάπη ως οντολογικό θεμέλιο και όχι ως ηθική επιταγή, το «αγαπάτε αλλήλους» ως πραγματικότητα και όχι ως δέον, ο τύπος υπηρέτης του ανθρώπου και όχι ο άνθρωπος υπηρέτης του τύπου.
Μήπως να καταλαβαίνει κανείς πως ένα χαστούκι και μία Σύνοδος κρυπτογράφησαν το παραπάνω μήνυμα; Αλήθεια, η εκκλησία σήμερα πάλιωσε, έγινε ένα έθιμο, ένα ετήσιο μνημόσυνο συγγενούς που πεθαίνει και ξαναπεθαίνει και που ο θάνατός του τελειωμό δεν έχει. Μα και όταν ακόμη αγαπιόταν, για ποιον λόγο γινόταν; Γιατί καθιστά τον Έλληνα ως τέτοιον, τον βοηθά να αποδώσει δικαιοσύνη. Η αγάπη έρχεται το βράδυ στην προσευχή για όσους σκοτώθηκαν. Τα αίτια που η εκκλησία είναι ζωντανή-νεκρή είναι πασιφανή, αρκεί να θεαθεί ο τρόπος προσέγγισης, η αυστηρότητα, η συνεχής υπενθύμιση του τύπου και, τελικά, η υπεροχή της δικαιοσύνης στα λόγια των πρεσβευτών της αγάπης. Μα εδώ μιλάμε για κάτι εξωφρενικό: η εκκλησία να πολεμά σθεναρά το στοιχείο που την καθιστά ξεχωριστή, τούτο που διαμόρφωσε έτσι το δόγμα της ώστε να αλλάξει την έννοια της θεολογίας και, κατά συνέπεια, της πίστης. Από την άλλη, η αποτυχία να φωτιστεί η θεολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού δεν φαίνεται μόνο στην αυστηρότητα που επιδεικνύεται από τους πρεσβευτές του Θεού, αλλά και από τους ίδιους τους πιστούς. Σαν ο χριστιανισμός κάπως να συνδέθηκε με την πατρίδα, σαν να μην υπερτερεί η αγάπη, ούτε καν η θεϊκή δικαιοσύνη, αλλά η ανθρώπινη. Το δόγμα φτιάχνεται καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του ανθρώπου.
Δεν υποστηρίζεται, βέβαια, πως το παραπάνω είναι και η πραγματική διδασκαλία, το πραγματικό χριστιανικό νόημα, γιατί αυτά τα είπαμε: η εκκλησία καθορίζει το δόγμα. Σκοπός είναι να προβληθεί το εγγενές παράδοξο της ορθοδοξίας, καθώς εκεί που τόσο ο Αρειανισμός όσο και άλλα δόγματα και θρησκείες προέβαλαν ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπου για να προστατευτεί η θεία υπερβατικότητα, στη λεγόμενη ορθόδοξη εκκλησία επικράτησε η κοσμολογική ανατροπή του Θεού που γίνεται άνθρωπος. Για του λόγου το αληθές, ούτε ο Αρειανισμός εξαλείφθηκε με τη Σύνοδο της Νίκαιας, ούτε ο χριστιανισμός επικράτησε στην ιστορία εξαιτίας ενός πρωτότυπου δόγματος. Αυτό συνέβη για τον ακριβώς αντίθετο με τα όσα είπαμε λόγο: επειδή η εκκλησία κατείχε θέση εξουσίας, τη θέση του αφ' υψηλού δικαστή που πρωταρχικό της μέλημα είναι τα σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, του παπικού κράτους, της Αιθιοπίας και όλων των λοιπών ανθρώπινων συμβάσεων, θυμίζοντας περισσότερο τον προχριστιανικό πολεμικό εθνικό θεό. Με λίγα λόγια, όπως είπαμε, μετατράπηκε σε ένα εθνικό έθιμο, σαν να μην κατανόησε ποτέ το διαμάντι που κρατούσε στα χέρια της. Ο Άρειος έχασε τη μάχη της θεολογίας, αλλά το πνεύμα της απόστασης Θεού-ανθρώπου, της υποταγής στον ισχυρότερο και της νομικής δικαιοσύνης, φαίνεται πως κέρδισε τον πόλεμο στην καθημερινότητα. Πραγματικά, αξίζει να αναρωτηθεί κάποιος, ποιος επικράτησε στη Σύνοδο της Νίκαιας.
Φώτης Μποζίκας