Ξενύχτι μεθυστικού κρασιού, σαράκι σε έρημη μέρα
ντράπηκε η χάρη σου σαν λικνίστηκε, μοναχοκόρη
και σφράγισες δύο παραθυρόφυλλα μην σε πάρει κανένα μάτι,
τάχα λες να είν' παράνομο χόρεψε μόνη βαλς σε έρημο σαλόνι.
Ξεθάρεψαν νέοι άρχοντες να ψάξουν για μεθύσια,
θαρρείς ο πιο ντροπαλός δεν έλαχε λίγης θείας χάρης
και σφράγισε κι αυτός δύο παραθυρόφυλλα μην δούνε τη ντροπή του,
το σαλόνι του τ' εγκατέλειψε, έρημος πια πεθαίνει.
Και κάθε τοίχος του σαν πέσει, τι κρύβει πλέον στα μάτια;
Παραθυρόφυλλα κλειστά λαλούν ειρωνικά τα κατορθώματα τους,
κι εκείνος νέος Βάκχος στο εσωτερικό μεθύσι
«ας βγεις μοναχοκόρη ντροπαλή, στενό πλατύσκαλο σου,
ας άνοιγες κι εκείνα τα μοχθηρά, που τώρα με γελάνε.
Κράχτες μυστικοί βρωντόφωνοι, επιζούνε της ζωής σου,
θα ψιθυρίζουν σε περαστικούς κρυφά καμώματα μας.
Μα δική σου χάρη άτεχνη αιώνιος μαρασμός τους,
ξενύχτι μεθυστικού κρασιού, σαράκι σε έρημη μέρα»
Φώτης Μποζίκας