Ο νόμος, όπως τον βιώνει ο άνθρωπος στις σύγχρονες κοινωνίες, μοιάζει εκ πρώτης όψεως με μια μορφή οργάνωσης της συλλογικής ζωής· ένας τρόπος διαχείρισης της συνύπαρξης, προστασίας των αδύναμων και αποτροπής των ισχυρών από κατάχρηση εξουσίας. Ωστόσο, μια βαθύτερη ματιά αποκαλύπτει ότι ο νόμος δεν είναι ποτέ ουδέτερος. Γεννάται, επιβάλλεται και διατηρείται από δυνάμεις που δεν είναι πάντοτε φανερές. Κι αν ο Νόμος είναι κατ’ επίφασιν μια συμφωνία, τότε είναι μια συμφωνία γεννημένη από φόβο.
Η σύγκρουση δύο παραδοσιακών αντιλήψεων περί νόμου – της Καλλίκλειας, που τον θεωρεί εργαλείο των αδυνάτων, και της Θρασυμαχείας, που τον βλέπει ως μέσο των ισχυρών – αποκαλύπτει τη διττή του φύση. Η πρώτη εξηγεί τη νομοθέτηση ως απόπειρα των αδυνάτων να προστατευθούν, η δεύτερη ως βούληση των ισχυρών να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους. Ωστόσο, και οι δύο αποτυγχάνουν να ερμηνεύσουν την εσωτερική αμφισημία του νόμου: ο νόμος δεν είναι ούτε η φωνή των απολύτως ισχυρών ούτε των πλήρως ανίσχυρων· είναι η βούληση εκείνων που, ενώ κατέχουν προσωρινά την ισχύ, τρέμουν την πιθανότητα να την απολέσουν.
Ο νόμος λοιπόν, παρουσιάζεται ως μια πράξη διασφάλισης – μια επιβολή από τον ισχυρό που προνοεί για τη φθορά της δύναμής του. Ο πυγμάχος που θεσπίζει κανόνες ενόσω είναι πανίσχυρος, δεν το κάνει για να ενδυναμώσει την κυριαρχία του, αλλά για να την επιμηκύνει όταν πλέον δεν θα μπορεί να την υπερασπιστεί φυσικά. Ο νόμος, με άλλα λόγια, είναι το προληπτικό εργαλείο του ισχυρού ενόψει της αναπόφευκτης μελλοντικής του αδυναμίας. Και η επιβολή αυτού του νόμου απαιτεί στιγμιαία υπεροχή, μα και έναν μηχανισμό που να τον νομιμοποιεί: την ηθική και τη συνήθεια.
Εδώ, λοιπόν, εισέρχεται ο φόβος. Ο νόμος δεν θα είχε αξία χωρίς τη σκιά του φόβου που τον συνοδεύει. Η απαγόρευση της ανθρωποκτονίας δεν πηγάζει από κάποιο μεταφυσικό ή καθολικό αγαθό, αλλά από τον φόβο του ίδιου του ανθρώπου μην βρεθεί θύμα της. Η ανθρώπινη συμφωνία, όπως παρουσιάζεται στη δεύτερη ανάλυση, είναι απόδειξη όχι εμπιστοσύνης αλλά της έλλειψής της. Ο νόμος γεννιέται εκεί ακριβώς όπου τελειώνει η εμπιστοσύνη, εκεί όπου ο άλλος δεν είναι πια εταίρος αλλά πιθανή απειλή.
Αυτός ο φόβος είναι πανταχού παρών στη ζωή του πολίτη. Ο άνθρωπος γεννιέται ήδη υπήκοος· η ελευθερία του είναι εκ προοιμίου περιορισμένη. Οι επιλογές του – από την εκπαίδευση μέχρι τον θάνατο – είναι δομημένες πάνω σε ένα πλέγμα δυνατοτήτων και υποχρεώσεων. Ακόμα κι όταν νομίζει ότι επιλέγει, στην ουσία απλώς διαλέγει μέσα σε μια σειρά επιτρεπόμενων πράξεων. Ο νόμος, λοιπόν, δεν είναι απλώς απαγόρευση, αλλά και προκαθορισμός της ηθικής. Δεν σου απαγορεύει μόνο να πράξεις το κακό· σου υπαγορεύει τι σημαίνει καλό.
Ακόμα και η αυτονομία μετατρέπεται σε μια άλλη μορφή πειθαρχίας. Η αυτοπειθαρχία, φαινομενικά έκφραση ελευθερίας, θεμελιώνεται επίσης πάνω σε φόβο: τον φόβο της αποτυχίας, της παρακμής, του εαυτού χωρίς όρια. Ο άνθρωπος που αποφασίζει να πειθαρχήσει στον στόχο του – να ξυπνήσει στις 8, να πάει γυμναστήριο – δεν είναι κατ’ ανάγκην ελεύθερος. Είναι δέσμιος της εσωτερικής του ανάγκης να μην αποτύχει. Πίσω από κάθε επιταγή – είτε εξωτερική είτε εσωτερική – κρύβεται ο φόβος της απώλειας.Είναι άλλωστε ίδιος με τον άνθρωπο που συνεχώς υπόσχεται γιατί γνωρίζει την αδυναμία της βούλησης του και συνεχώς επιζητά τη δέσμευση ως κινητήρια δύναμη προς πράξη.
Και τότε, τίθεται το πραγματικό ερώτημα: τι είναι η ελευθερία; Είναι δυνατόν να υπάρξει ελευθερία μέσα σε ένα σύστημα όπου κάθε πράξη είναι ήδη προδιαγεγραμμένη ή επιτηρούμενη; Αν κάθε νόμος είναι γέννημα φόβου, τότε ελευθερία μπορεί να υπάρξει μόνο εκεί που ο φόβος απουσιάζει. Ελευθερία δεν είναι η ικανότητα επιλογής μεταξύ προκαθορισμένων επιλογών· είναι η δυνατότητα δημιουργίας νέων μονοπατιών. Είναι η έκφραση μιας εσωτερικής δύναμης που δεν υποτάσσεται σε κανέναν εξωτερικό καθορισμό.
Αυτή η δύναμη βρίσκεται μόνο στο πνεύμα. Το σώμα υποτάσσεται στη φύση και το συναίσθημα στους εξωτερικούς ερεθισμούς· μόνο το πνεύμα είναι φύσει ελεύθερο. Μόνο το πνεύμα δεν μπορεί να υποδουλωθεί από τίποτα εξωτερικό· μπορεί μονάχα να αγνοήσει τον εαυτό του, να βυθιστεί στην αμάθεια, και να ζήσει χωρίς επίγνωση της δυναμικής του. Επομένως, η αληθινή δουλεία δεν είναι κοινωνική αλλά υπαρξιακή: είναι η άγνοια της ίδιας της ελευθερίας.
Ο αμαθής δεν βλέπει ότι έχει επιλογές, ο ημιμαθής βλέπει χωρίς να μπορεί να διακρίνει, και μόνο ο γνώστης γνωρίζει τι είναι αληθές και τι ψευδές. Η ελευθερία έγκειται στην ικανότητα ορθοκρισίας· στο να βλέπεις όλα τα μονοπάτια και να επιλέγεις εκείνο που δεν υπαγορεύεται από τον φόβο αλλά από τη γνώση. Ο πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος δεν πειθαρχεί ούτε σε κανόνες ούτε στον ίδιο του τον φόβο. Πειθαρχεί μόνο στη λογική του, η οποία αναγνωρίζει το ελεύθερο πνεύμα ως το υπέρτατο αγαθό.
Η αποστολή του φιλοσόφου και του δασκάλου είναι να αποκαλύψει αυτή τη δυνατότητα. Να αφυπνίσει το πνεύμα από τον λήθαργο, να ερεθίσει την επιθυμία για γνώση, και να οδηγήσει τον άνθρωπο στη συνειδητοποίηση ότι ήδη κατέχει την ελευθερία του – απλώς πρέπει να τη δει. Μόνον τότε θα μπορέσει να σταθεί υπεράνω νόμων, φόβων και κοινωνικών επιταγών· μόνο τότε θα είναι αληθινά άνθρωπος.
Φώτης Μποζίκας