Ο πλατωνικός «Θεαίτητος»• πρόκειται για έναν διάλογο περί γνώσης (περί επιστήμης στα αρχαία). Αποτελεί έναν μεταβατικό διάλογο απο την μέση-ώριμη πλατωνική συγγραφική περίοδο στην ύστερη με συνομιλητές τους Σωκράτη, Θεαίτητο και Θεόδωρο. Τα μείζονα και τα ελάσσονα θέματα που παρουσιάζονται έχουν προκαλέσει διάφορα ανοιχτά προβλήματα ερμηνείας για πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια. Το έλασσον και λανθάνον θέμα που εμείς, όμως, θα ερευνήσουμε θα είναι το περίτεχνο εγκώμιο του Πλάτωνα στον μαθητή και συνεργάτη του Θεαίτητο, το οποία με μια πρώτη ανάγνωση του διαλόγου πιθανόν να μην είναι εμφανές. Όπως, όμως, πολλάκις έχει ειπωθεί, καμία λεπτομέρεια πλατωνικού έργου δεν πρέπει να αγνοηθεί καθώς η χρήση μέχρι και των πιο -φαινομενικά- αδιάφορων στοιχείων δεν είναι καθόλου τυχαία.
Η αφήγηση του διαλόγου εξελίσσεται μέσα από έναν ακόμη εγκιβωτισμό. Οι Μεγαρείς Τερψίων και Ευκλείδης συζητούν για τον τραυματισμένο στην μάχη της Κορίνθου Θεαίτητο. Το γεγονός αυτό προδίδει το δραματουργικό έτος του διαλόγου στο 391 π.Χ. Ο Θεαίτητος, λένε, πως επέδειξε γενναία στάση στη μάχη και πως επέστρεψε στην Αθήνα βαριά τραυματισμένος, με λίγες πιθανότητες επιβίωσης. Αυτο το γεγονός δίνει στους δύο συνομιλητές την αφορμή να συζητήσουν για μια υποτιθέμενη συνάντηση του Θεαίτητου με τον Σωκράτη, όταν ο πρώτος ήταν ακόμη νέος και ο δεύτερος λίγο πριν την καταδίκη του σε θάνατο. Έτσι, οδηγούμαστε στο δεύτερο δραματουργικό χρόνο, το 399 π.Χ την ημέρα όπου ο Σωκράτης θα παρουσιαζόταν στον αρμόδιο άρχοντα για την αναγγελία του υπό του Μελήτου κατηγορητηρίου. Κάνεις από τους δύο αρχικούς συνομιλητές δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας της συνάντησης, αλλά η συνάντηση θα αναγνωσθεί από έναν δούλο του Ευκλείδη, ο οποίος κατέγραψε τα γιγνόμενα μετά από συναντήσεις με τον Σωκράτη.
Παρ' ότι ο «Θεαίτητος» είναι ένας μέσος ή ύστερος πλατωνικός διάλογος, τα στοιχεία της σύνθεσης του θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό τους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους. Το ίδιο το ερώτημα που στην αρχή θέτει ο Σωκράτης, τι εστίν επιστήμη, αλλά και το απορητικό αποτέλεσμα του κειμένου είναι από τα συχνότερα χαρακτηριστικά των πρώιμων πλατωνικών διαλόγων και πάνω στο δεύτερο θα στηριχτούμε ιδιαίτερα για το ζήτημα του εγκωμίου του Θεαίτητου. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί πως η απόπειρα ορισμού της γνώσης κρύβει μια βαθύτερη κριτική του Πλάτωνα προς του εμπειριστές φιλοσόφους της εποχής καθώς το κείμενο χαρακτηρίζεται από αναφορές (και επίκριση) άλλων φιλοσοφικών ορισμών της γνώσης, με σημαντικότερη την αντίθεση προς τον Πρωταγόρα. Η παρουσία του Θεόδωρου εξάλλου αυτόν τον ρόλο εξυπηρετεί: την αντιδιαστολή με τις πρωταγορειες απόψεις περί γνώσεις δια μέσου ενός φίλου του Αβδηρίτη σοφιστή κατά τη συνομιλία με τον Σωκράτη.
Επιστρέφοντας όμως στο πρόσωπο του Θεαίτητου αξίζει να παραθέσουμε ορισμένα ιστορικά στοιχεία πρωτού προβούμε στην ανάλυση του λογοτεχνικού προσώπου. Ο Θεαίτητος υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς της αρχαιότητας, μαθητής του Θεόδωρου και στενός συνεργάτης του Πλάτωνα στην Ακαδημία. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ταξινόμηση των άρρητων αριθμών και με τα κανονικά στερεά (τα οποία αργότερα αποτέλεσαν βασικό μέρος της Στοιχείων του Ευκλείδη). Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, πολέμησε στη μάχη της Κορώνειας (369 π.Χ.), όπου τραυματίστηκε και πέθανε από δυσεντερία στον δρόμο προς την Αθήνα.
Και αφού ειπώθηκαν αυτά, μπορούμε να αναλύσουμε τον λογοτεχνικό Θεαίτητο. Στην αρχή του διαλόγου ο Θεόδωρος παρουσιάζει τον νεαρό Θεαίτητο στον Σωκράτη, ο οποίος ρώτησε τον Κυρηναίο γεωμέτρη για το αν έχει εντοπίσει κάποιον αξιόλογο νέο να του γνωρίσει, τονίζοντας μια ομοιότητα μεταξύ των δύο: την εξωτερική «άσχημη» τους εμφάνιση. Είναι άλλωστε γνωστό πως ο Σωκράτης φημιζόταν για τα άκομψα χαρακτηριστικά του προσώπου του και αυτή η ομοιότητα μεταξύ των δύο θα αποτελέσει κεντρικό σημείο του εγκωμίου του Πλάτωνα στον συνεργάτη του καθώς όπως θα αποδειχθεί στο τέλος του διαλόγου ο Θεαίτητος ομοιάζει με τον Σωκράτη, το πρότυπο του φιλοσόφου, όχι μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά. Ο Σωκράτης από πολύ νωρίς στο έργο δηλώνει πως ο ίδιος είναι στείρος όσον αφορά την γνώση, δηλαδή δεν μπορεί ο ίδιος να προβεί σε κάποιον ορισμό της παρά μόνο συνεχώς να ελέγχει τους ορισμούς των άλλων και να τους βοηθάει να τους αναπτύξουν. Αυτό δίνει το κατάλληλο πάτημα για την παρουσίαση της περίφημης μαιευτικής μεθόδου του Σωκράτη δια του στόματος του ιδίου, αφού ο συγκεκριμένος διάλογος δίνει την πληρέστερη εικόνα περιγραφής της μαιευτικής. Έτσι, ο πλατωνικός Σωκράτης, σαν μια έμπειρη μαία, θα προβεί στον έλεγχο κάθε ορισμού της γνώσης του Θεαίτητου. Σταδιακά μέσα στον διάλογο η σκέψη του νεαρού εξελίσσεται δίνοντας όλο και πιο σύνθετους ορισμούς.
Ο ορισμός που προκαλεί την περισσότερη συζήτηση, αλλά εν τέλει απορρίπτεται, είναι αυτος που θέλει την αίσθηση να είναι γνώση. Ο Σωκράτης εντοπίζει στον ορισμό αυτό τόσο την πρωταγόρεια θέση σχετικισμού αλλά κάτι το γνωστό απόφθεγμα του Ηρακλείτου περί ροής, δηλαδή περί του γίγνεσθαι. Ο ορισμός αυτός απορρίπτεται καθώς η γνώση αποδεικνύεται πως πρέπει να αφορά κάποια νοητική διεργασία. Εκτός αυτού τόσο η θέση του Πρωταγόρα περί σχετικισμού αλλά και η Ηρακλείτεια παρουσιάζονται ως αυτοαναιρούμενες. Ο τρίτος ορισμός παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον και κατά μία άποψη είναι ιδιαίτερα επίκαιρος, ορίζοντας τη γνώση ως αληθή πεποίθηση με λόγο. Αυτός ο ορισμός δίνει ένα ακόμη πάτημα ώστε να αναλυθεί η θεωρία του ονείρου (την οποία ο Ντεκάρτ στους στοχασμούς περί της πρώτης φιλοσοφίας έκανε γνωστότερη). Αυτή η θεωρία θα αποτελέσει στη συνέχεια ανυπέρβλητο εμπόδιο καθώς κάθε επερχόμενη θεώρηση της γνώσης θα αποδειχτεί πως προϋποθέτει μια ήδη υπάρχουσα γνώση.
Κάπως έτσι ο διάλογος θα καταλήξει σε απορία και ο Θεαίτητος θα αποδειχθεί στείρος ως προς τους ορισμούς, ακριβώς όπως και ο Σωκράτης. Ο Πλάτωνας με αυτόν τον τρόπο αποδεικνύει την βαθύτερη ομοιότητα μεταξύ των δύο, υπονοώντας πως και ο Θεαίτητος πρόκειται για έναν μεγάλο δάσκαλο. Η στειρότητα του δεν ερμηνεύεται αρνητικά αλλά θετικά, όπως ακριβώς και η αρχική εξωτερική «ασχήμια» του (στοιχείο που θυμίζει το αληθές Κάλλος στο Συμπόσιο). Περίτεχνα, ο Πλάτων εγκωμιάζει τον Θεαίτητο προσδίδοντας του φαινομενικά αρνητικά στοιχεία τα οποία, όμως, στην πραγματικότητα του λογοτεχνικού του σύμπαντος αντιστρέφονται ως θετικά, μια πραγματική φιλοσοφική ταπεινότητα. Δεν είναι, επίσης, καθόλου τυχαίο το γεγονός πως ο Σωκράτης εν τέλει οδεύει προς την αναγγελία της κατηγορίας του. Μια λογοτεχνική παραπομπή «παράδοσης των σκύπτρων» της διδασκαλίας του στον νεαρό που είχε την μεγαλύτερη ομοιότητα με τον ίδιο.
Ο διάλογος, λοιπόν, εκτός των σημαντικών φιλοσοφικών αναλύσεων αποτελεί και έναν «φόρο τιμής» του Πλάτωνα σε έναν ικανότατο συνθεωρό, με έναν τρόπο περίτεχνο και βαθύτερο από απλές φιλοφρονήσεις, την ομοιότητα με το ίδιο το πλατωνικό πρότυπο του φιλοσόφου, τον Σωκράτη. Πράγματι, ο Σωκράτης μέσω της μαιευτικής του μεθόδου πετυχαίνει όχι να αναδείξει κάποιον ορισμό της γνωσης, αλλά έναν άξιο δάσκαλο. Η απορία του δεν αποτελεί αποτυχία αλλά στοιχείο φιλοσοφικής γονιμότητας, δείχνει ότι η αληθινή φιλοσοφία έγκειται όχι στην κατοχή έτοιμων ορισμών, αλλά στη διαρκή αναζήτηση.
Φώτης Μποζίκας