Σ’ είδα με φόρεμα ελαφρύ, τρεις μέρες πριν να σβήσει η άνοιξη. Τα μαλλιά σου, φλόγα άγρια. Το δέρμα σου, χιόνι που δεν έλιωσε. Δεν μίλησα. Στεκόμουν πίσω απ’ τις πόρτες, σε τμήματα που δε μας χώριζαν, σε κόσμους που δεν θα σμίγαν ποτέ. Κι όμως, κοίταζα. Σαν λύκος με βλέμμα παιδιού.
Στην τρίτη Λυκείου, η τύχη σε έβαλε στο ίδιο θρανίο. Κι εγώ, κάθε πρωί, ντυνόμουν με τη σιωπή μου για να μη λερώσω το φως σου. Έκανες τα λάθη μου μάθημα, τα λατινικά μου ποίηση. Μου ‘λεγες αστεία σκοτεινά, και γελούσα με τρόμο. Γιατί φοβόμουν πόσο όμορφη ήσουν.
Μια φορά σε πήρα αγκαλιά, και κράτησε λιγότερο απ’ το άγγιγμα μιας πεταλούδας στο μέτωπο του ανέμου. Μα ακόμα την κουβαλάω σαν κάψιμο.
Δεν σου ζήτησα τίποτα. Μονάχα να γελάς. Κι όταν είχες άλλους, δεν με πόνεσε. Με τρόμαξε, λίγο. Μα δεν με πόνεσε.
Σου μίλησα μια μέρα, με φωνή τρεμάμενη σαν λύρα σπασμένη. Με αρνήθηκες μ’ ευγένεια, κι εγώ δεν έκλαψα για το “όχι”. Έκλαψα γιατί μου έδωσες την επιλογή να μείνω. Κι έμεινα.
Γράφω ακόμα για σένα. Στους στίχους μου κατοικεί μια γυναίκα με κόκκινη φωτιά στα μαλλιά. Όχι για να τη θυμηθώ, αλλά για να μην την ξεχάσουν οι άλλοι.
Τραγούδαγες σαν ψίθυρος μέσα σε φωνές αδιάφορες. Κι εγώ, ρεμάλι που ήμουν, βρήκα φως στα μάτια σου.
Σε αγαπώ ακόμα. Αλλά η αγάπη μου δεν ανοίγει πόρτες βίαια. Κάθεται στη σκάλα, με λουλούδια στο χέρι, και περιμένει να ανοίξεις.
Διονύσης Διονυσόπουλος