Χθες το βράδυ…
άφησα το πινέλο να πέσει απ’ τα χέρια μου
έπεσε αργά, βυθισμένο σε μια άβυσσο σιωπής,
σαν να διστάζει να αφήσει τον τελευταίο μου σύντροφο.
Κι εγώ…
γλίστρησα, βουλιάζοντας στα χαλάσματα της ύπαρξης,
τα γόνατα βυθίστηκαν σε σκόνη και δάκρυα
δώρα που η μοίρα μου έστεψε ως τιμωρία.
Έκλαψα, όχι για τον εαυτό μου,
μα για το τέρας που εγέννησα πάνω στον καμβά
ένα πτώμα βαμμένο με τα ίδια μου τα αίματα,
έργο μου και ταυτόχρονα έγκλημά μου.
Έγραψα ποίημα,
όχι με τη φλόγα που καίει τα πάντα,
μα γρήγορα, απεγνωσμένα,
σαν να ήθελα απλώς να σου αφήσω ένα ψίθυρο,
ένα αποτύπωμα μέσα στη σκόνη του χρόνου
να μην φύγεις με άδεια χέρια.
Αχ, Τέχνη,
ηρεμία και δόρυ στην καρδιά μου,
σε εγκαταλείπω
η ώρα ήρθε, και ο δρόμος μπροστά μου σκίζεται στη μέση.
Θα φύγω,
σε τόπους όπου το όνομά σου δεν αντηχεί πια,
όπου ένα απλό αστέρι γεμίζει ολόγυρα βιβλία άπειρα,
χωρίς να βυθίζει τα φύλλα τους σε αίμα και σκιά.
Εκεί,
όπου ο χτύπος του ρολογιού είναι ένας ξένος ήχος,
μια ανάμνηση θαμπή σαν ψίθυρος στη νύχτα,
εκεί που η μητρική φωνή ψιθυρίζει ακόμη,
«Τρέξε… αλλά μην σκοντάψεις…»
Πόσο σε αγάπησα
περισσότερο απ’ όσο μπορεί να αντέξει μια θνητή ψυχή.
Μα εσύ, τέχνη μου,
έπινες το μεδούλι μου και πουλούσες τη σάρκα μου,
άφησες εμένα, φάντασμα στοιχειωμένο,
να πονώ, να ξεχνώ…
Αν φύγω απόψε,
θα σωθώ;
Ή θα σε κουβαλώ,
βαρύ φορτίο ασήκωτο,
μέσα σε σιωπηλό φέρετρο μέχρι το τέλος;
Φοβάμαι πως αν σε αφήσω,
θα σε κλέψουν
εκείνοι που επιθυμούν το σκοτάδι σου,
που δεν ξέρουν να σε φυλάξουν ζωντανή,
μα μόνο να σε αδειάσουν, να σε διαλύσουν.
Κι όμως…
πρέπει να φύγω.
Να ξεφύγω, μακριά,
σε τόπους όπου ο χρόνος δεν θα σε βασανίζει,
ούτε οι φωνές θα σε πνίγουν,
ούτε οι μάσκες θα σε γελοιοποιούν.
Σε αφήνω, λοιπόν,
με το βάρος του αποχαιρετισμού στο στήθος όχι από φόβο,
αλλά ως την τελευταία πράξη αγάπης που μπορώ να σου χαρίσω.
Ας γίνω σκιά,
φυλάκας μιας μνήμης που τρεμοπαίζει,
μέχρι να γυρίσω ξανά
και να σε ξαναζωντανέψω μέσα απ’ τη σιωπή του χρόνου.
Διονύσης Διονυσόπουλος