ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ
Ά
Σε τούτο σύρθηκα σημείο, σε τούτη γη της καταδίκης,
εξόριστος στο άπειρο του κρύου, όπου η μόνη ελπίδα,
μία ανάμνηση ξεθωριασμένη, σαν φλόγα που τρεμοπαίζει,
μακριά από το βλέμμα μου χαμένη
Η λίμνη, παγωμένη αιώνια, σιωπηλή κι αμείλικτη
τα μουγκρητά του πόνου θραύουν τη σιωπή,
και στα αυτιά μου γαντζώνονται σαν κατάρα.
Το άδικο σκότος τυφλώνει τα μάτια,
μα τα δικά μου πλέον έχουν μάθει
να βλέπουν μέσα από την άβυσσο.
Ή πύλη μίλησε, κι ελπίδα καμία δεν ακούστηκε,
όπως οι ψυχές που παραδόθηκαν στην απόγνωση,
έτσι κι εγώ, άγγελος έκπτωτος,
άφησα πίσω μου κάθε προσμονή,
δεμένος στην κόλαση, δίχως διαφυγή, δίχως χάρη.
Μα με φτερά μαύρα από την οργή του Θεού,
πλανιέμαι στα βάθη, φοβερίζοντας ψυχές καταραμένες,
ενώ οι σύντροφοι μου, οι έκπτωτοι,
ξέχασαν τον αγώνα, παραδομένοι,
καθώς η αμάθεια τους πνίγει,
και η ευτυχία της εξουσίας τους σκλαβώνει.
Ο Πλάστης, μοναχικός κάτοχος της γνώσης,
μονάχος παραμένει.
Κι εγώ, δίψα για δικαιοσύνη δεν νιώθω πιά,
το ξίφος μου, σκουριασμένο από το αίμα,
το πέταξα μπροστά στην παρουσία σου,
όταν τα μάτια σου με γέμισαν με πόνο.
«Σ’ αγαπώ», ψιθύρισα, δίχως δέος,
δίχως οργή, μπροστά στα λαμπερά σου μάτια,
ενώ με εκτόπιζες στην παγωμένη χώρα της λησμονιάς.
Μα κάτι βαθύτερο με κρατά δεμένο,
η πληγή που άνοιξες δεν κλείνει,
κι ο πόνος δεν είναι μονάχα δικός μου.
Πονούν τα σωθικά μου με κάθε χτύπημα
Που δεν μπορώ να εξηγήσω,
λες και ένας αόρατος δεσμός με κρατά
σε μια αγωνία άγνωστη.
Κάθε στιγμή, νιώθω τον πόνο σου μέσα μου,
σαν φλόγα που δεν σβήνει, μα ούτε που καταλαβαίνω
γιατί, αφού είσαι μακριά ματώνει και η δική μου ψυχή.