΄Β
Αμαθής και πεινασμένος για τον αγώνα,
Γνώρισα μονάχα μια εξουσία¨
Αυτή του Διαβόλου, του άρχοντα της ψευδαίσθησης.
Γελώντας σαν τύραννος,
Κρύβει στα μάτια του μια φλόγα εξουσίας,
ριζωμένη από τον Πατέρα,
που του στερεί το βλέμμα της αλήθειας.
Ωστόσο, αγαπημένη μου,
Αυτός ο ψεύτικος ηγεμόνας
είχε κάποτε μάτια που σπίθιζαν
με το αγνό φως της αλήθειας.
Στη δίνη της σκέψης μου, σέρνομαι προς τον θρόνο
Εκείνου που πρώτου γνώρισε την πτώση,
όπου ο Διάβολος, ο άρχοντας των άστρων σβησμένων,
κάθεται μεγαλοπρεπής, τυλιγμένες σε σκιές παγωμένες.
Τα μάτια του, κάποτε σπίθες αλήθειας,
πλέον λάμπουν σαν φλόγες σάπιες,
όπως η εξουσία που τον διαβρώνει,
μια φωτιά που δεν ζεσταίνει, μόνο καίει και αφανίζει.
Μπροστά του εγώ, σκιά μπροστά στην αβυσσαλέα του θέληση,
με τα φτερά μου μαύρα, το ξίφος μου αχρηστευμένο,
ζητώ το αδιανόητο, σπάζοντας τη σιωπή της Κόλασης¨
«Άφησε με να φύγω, μόνο για λίγο,
να περάσω απ’ τις φλόγες της λησμονιάς,
εκεί που ο ουρανός ακόμη ανασαίνει φως,
όπου η μέρα δεν είναι μακρινή υπόσχεση.
Θέλω να αντικρίσω ξανά,
Εκείνη που η ψυχή μου ποθεί, σαν άνθος που διψά για νερό.
Η αγάπη μου καίει πιο δυνατά από τη φωτιά της αιωνιότητας
πιο βαθιά και απ’ τον πόνο που μας χωρίζει».
Οι λέξεις μου γλιστρούν σαν αίμα,
βαθιά, απ’ τις ρίζες της ύπαρξής μου,
σαν την κραυγή του ανθρώπου που ζητά τη λύτρωση του ονείρου,
της καρδιάς του που δεν έπαψε ποτέ να χτυπά για εκείνη.
Το πάθος μου δεν είναι παρά τραγούδι της γης,
που λαχταρά να ενωθεί με τον ουρανό.
Ο Διάβολος στέκει, μα η σιωπή του είναι σαν πέτρα.
Η σάρκα του νιώθει την πυρά, μα η καρδιά του…
Κρύα σαν τον θάνατο που δεν νικάται.
Η σιωπή που ακολουθεί είναι βαρύτιμη,
σαν μαύρο μετάξι που τυλίγει τα πάντα,
κι ο αέρας γύρω μας φαίνεται να στερεύει,
καθώς η σκιά του Αντίθεου βαραίνει και θολώνει τον χώρο.
Τα χείλη του σμίγουν με σιωπή,
και ύστερα σπάζουν όπως σπάει το σκοτάδι
μπροστά στην αυγή μιας καταιγίδας.
« Πήγαινε πίσω, στη σκιά που σου ανήκει.
Μην τολμάς να ζητάς εκείνο που δεν μπορείς να κατακτήσεις.
Δεν υπάρχει διαφυγή από εδώ, όχι για σένα,
ούτε για ‘κείνους που αρνήθηκαν τον δρόμο του φωτός.
Εδώ, στο σκοτάδι, είσαι αλυσόδετος.
Ούτε καν η αγάπη μπορεί να σε λυτρώσει».
Η φωνή του αντηχεί σαν πέλεκυς,
που πέφτει και κόβει κάθε ίχνος ελπίδας,
και οι λέξεις, βαρύτιμες και σιδερένιες,
με λυγίζουν, μα δεν με καταβάλλουν.
Μέσα μου, η φλόγα σιγοκαίει, όπως η καρδιά μου
που αρνείται να πεθάνει όσο και αν την ποδοπατούν.
«Εσύ, που κάποτε στάθηκες αγνός στη μάχη της αλήθειας,
που σήκωσες το ξίφος της ελευθερίας,
πως έπεσες τόσο χαμηλά, πως σε δάμασε η ίδια η εξουσία,
η εξουσία που κάποτε εχθρευόσουν?
Εσύ, που αναζήτησες το φως, τώρα κάθεσαι δεμένος στο σκοτάδι,
σαν τύραννος βουτηγμένος στην απελπισία,
παραδομένος στην αποσύνθεση».
Τα μάτια του φλέγονται σαν ηφαίστειο που ξυπνά.
«Τολμάς να μιλάς για ελευθερία,
όταν εσύ ο ίδιος παραδόθηκες στο ίδιο πάθος που με καταδίκασε?
Η ελευθερία είναι ψευδαίσθηση,
το φως, απλώς μια υπόσχεση κενή.
Εδώ, στο βάθος της νύχτας, ανακαλύπτεις τη μόνη αλήθεια¨
η εξουσία είναι το μόνο που απομένει,
και αυτή που κυβερνά του θνητούς και τους έκπτωτους».
Η φωνή του, βαρύ φορτίο,
πέφτει πάνω μου σαν κρύσταλλοι που θρυμματίζονται.
Μα η καρδιά μου αντιστέκεται, η φλόγα της επιμένει¨
«Αλήθεια, είναι αυτή η αλήθεια που αναζητούσαμε?
Μια εξουσία που θρυμματίζει, που δεν λυτρώνει?
Ξέχασες τον σκοπό, ξέχασες τον αγώνα που ξεκίνησες.
Τώρα γίνεσαι σκλάβος της ίδιας σου της σκιάς,
και ζητάς από μένα να ακολουθήσω τα βήματα σου?
Όχι. Η αλήθεια δεν είναι η εξουσία,
είναι το φως που αρνείσαι να δεις».
Ο Διάβολος με κοιτάζει, το πρόσωπο του άγαλμα,
μα τα μάτια του, παγωμένα και άδεια,
καταρρέουν κάτω από το βάρος των λέξεων.
Σιωπηλός, σηκώνεται, μα ο θρόνος του φαίνεται βαρύτερος από ποτέ.