Μια από τις συχνότερες και ταυτόχρονα πιο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις που καθε άθεος εχει κληθεί να αντιμετωπίσει στη ζωή του είναι η εξής: αν ο χριστιανικός θεός ήταν αποδεδειγμένο ότι είναι ο πραγματικός Θεός, τότε εσύ θα πίστευες σε αυτόν; Το ερώτημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς στερεί ενα σημαντικό μέρος της αθεϊστικής ή αγνωστικιστικής αμφισβήτησης του Θεού: την έλλειψη αποδεικτικών ιστορικών και φυσικών στοιχείων. Αποτελεί έτσι ένα από τα γνωστότερα πειράματα στον κλάδο της μεταφυσικής. Η φύση της ερώτησης είναι τέτοια ώστε οποιαδήποτε απάντηση, είτε θετική είτε αρνητική, δοθεί να θέσει τον ερωτούμενο σε μια δυσμενή θέση. Η θετική απάντηση θα επιφέρει ένα επόμενο συμπέρασμα: ότι ταυτίζει την πίστη με την απόδειξη, ενώ η αρνητική πως η καρδιά του δεν θα δεχόταν τον Θεό υπό καμία συνθήκη.
Πρέπει όμως πρωτίστως να θέσουμε τα αξιώματα μας, για να έρθουμε σε μια ορθή απάντηση του παραπάνω ερωτήματος. Ως γνωστόν ο Θεός, σύμφωνα με τη χριστιανική πίστη, δεν ανακαλύπτεται από τον άνθρωπο, αλλά ο ίδιος εμφανίζεται σε αυτόν, επιτρέποντας του να τον ανακαλύψει. Η χριστιανική θεολογία είναι κατά βάσει αποκαλυπτική, ο Θεός επιλέγει πότε και ποια εμφάνιση θα κάνει στον άνθρωπο. Έτσι κάπως ο υιός του Θεού, ο Χριστός, εμφανίστηκε σε αυτόν ώστε να τον εξιλεώσει από τις αμαρτίες του, έκανε θαύματα με το μεγαλύτερο αυτό της Ανάστασης του. Ο Θεός συνάμα, όμως, είναι και εκτός των ορίων της λογικής του ανθρώπου, υπερβαίνει τον ανθρώπινο νου και μόνο όταν αυτός το επιτρέπει εμφανίζεται μέσα στον φυσικο κόσμο, και είναι δυνατόν να συλληφθεί από τη λογική.
Παρ’ όλα αυτά, η πέρα της λογικής ουσία του Θεού παραμένει. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο έγγυται και το κλειδί της απάντησης μας στο παραπάνω ερώτημα. Ο άνθρωπος δύναται να καταλάβει τι εστί καλό και τι κακό μονάχα μέσω της λογικής, η ουσία του Θεού εκτείνεται και εκτός αυτής. Συμπερασματικά, καθίσταται αδύνατον για τον άνθρωπο, έστω και αν υπάρχουν όλες οι επιστημονικές αποδείξεις, έστω και αν ο Χριστός εμφανιζόταν μπροστά του, να κατανοήσει αν αυτός ο Θεός είναι καλός ή μη. Δεν μπορεί να γνωρίζει αν είναι απεσταλμένος κάποιου καλού θεϊκού όντος ή κάποιου διαβολικού. Παρουσιάζεται, συνεπώς, παράδοξη η εμπιστοσύνη του ανθρώπου σε έναν Θεό πέρα της ίδιας του της κρίσης. Η τυφλή εμπιστοσύνη, βέβαια, θα μπορούσε να οριστεί και η ίδια η έννοια της χριστιανικής πίστης, αλλά ο κίνδυνος που κρύβεται πίσω από αυτή θα ήταν η πίστη σε έναν διαβολικό, κακό Θεό.
Η συχνή αντίρρηση στο παραπάνω είναι η εξής: δεν είναι δυνατόν κάποιος που γιατρεύει αρρώστους, δείχνει μια στάση ζωής βασισμένη στην αγάπη και τελικά ο ίδιος νικάει τον θάνατο για όλους τους ανθρώπους να είναι κακός. Η αντίρρηση αυτή εύκολα ανατρέπεται. Αρκεί να σκεφτούμε έναν γιατρό ο οποίος έχει σώσει τις ζωές δεκάδων ανθρώπων, όμως σπίτι του, εκεί όπου κανείς δεν μπορεί να το μάθει, χτυπάει τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Όλοι θα συμφωνούσαν πως αυτός δεν θα θεωρούταν καλός άνθρωπος. Η πλάνη που οι αντιρρησίες υποπέφτουν είναι η εξής: συναγουν ότι όποιος κάνει καλές πράξεις είναι καλός, κάτι που καθόλου δεν ισχύει. Αυτό που, αντίθετα, έχουν στο μυαλό τους είναι πως ένας καλός άνθρωπος κάνει μονάχα καλές πράξεις. Η πρόταση αυτή, για έναν καθολικά καλό, θα ήταν αληθινή, η αντίθετη της όμως όχι.
Η δεύτερη πλάνη στην οποία υποπέφτουν είναι πως αξιωματικά θεωρούν την αγάπη, την θεραπεία, την υπερνίκηση του θανάτου, την φιλεσπλαχνεία ως στοιχεία του Καλού. Είναι εμφανές, παρ όλα αυτά, πως αυτά τα στοιχεία έχουν συναχθεί ως τέτοια δια λογικής σκέψεως. Θα ήταν όμως παράλογο να πούμε πως ο χριστιανικός θεός είναι υποδεέστερος της λογικής, ή πως περιορίζεται σε αυτήν. Θα ήταν πιο εύλογο να πούμε πως τα παραπάνω συμπεράσματα είναι ανθρωποκεντρικα και λογικώς συναγόμενα. Από το σημείο αυτό κι έπειτα αναδύεται το πιο ριζοσπαστικό ερώτημα: αν αποδεχθούμε την ύπαρξη ενός παντοδύναμου όντος, αλλά δεν μπορούμε να αποφανθούμε με βεβαιότητα για την ηθική του φύση, τι καθοδηγεί την ανθρώπινη βούληση στο να Τον αποδεχτεί ή να Τον απορρίψει; Μήπως τελικά, πάνω από τη μεταφυσική αλήθεια, υπάρχει μια ανώτερη ανθρώπινη αξιολογική κρίση; Δηλαδή, όχι αν υπάρχει Θεός, αλλά αν αξίζει να Τον υπακούσουμε; Κάλλιστα θα μπορούσε κάποιος κακοπροαίρετος Θεός να έχει δημιουργήσει το σύμπαν με σκοπό να βασανίζει αιωνίως τον άνθρωπο και η παρουσία του Χριστού να ήταν διαβολική. Δεν ξέρω άραγε ποιος θα πίστευε, ή για να είμαι πιο σαφής θα υπάκουε, σε κάποιον κακό Θεό. Η αντίφαση αυτή παρουσιάζεται η ίδια μέσα στο χριστιανικό πλαίσιο, με τους λεγόμενους Γνωστικούς. Οι Γνωστικοί, ήδη από τους πρώτους αιώνες, τόλμησαν να διατυπώσουν έναν εύστοχο αντίλογο σε αυτό που έμελε να θεωρηθεί ορθόδοξη χριστιανική πίστη: ότι ο δημιουργός του κόσμου δεν είναι κατ’ ανάγκην αγαθός, αλλά ένα κατώτερο, κακοπροαίρετο ον. Η Εκκλησία απέκρουσε αυτή τη θέση με τον χαρακτηρισμό της ως αίρεση. Όμως η ίδια η ύπαρξη αυτής της θεώρησης αποδεικνύει πόσο νωρίς εμφανίστηκε η ουσιώδης αγωνία: κι αν ο κόσμος αυτός είναι φυλακή; Κι αν ο λυτρωτής που εμφανίζεται είναι ένας άλλος δεσμώτης, πιο εκλεπτυσμένος;
Το ερώτημα που προκύπτει από αυτό είναι καθαρά υπαρξιακό: θέλουμε να πιστεύουμε σε κάτι γιατι ελπίζουμε να είναι αλήθεια, ή μάλλον θα μας βόλευε να είναι; Το παραπάνω εγχείρημα, όμως, πέρα των υπολοίπων αποκαλύπτει και κάτι ζωτικό για την καρδιά του χριστιανισμού: ο απελπισμένος θα πιστέψει, αυτός που νιώθει πως ένα θεϊκό στοιχείο θα ήταν η διέξοδος του από την καταπίεση σε αυτόν τον κόσμο, αυτός που πραγματικά, με βάση τα δικά του ανθρώπινα κριτήρια, θα ήθελε ένας τέτοιος Θεός να είναι αληθινός. Εντοπίζουμε, έτσι, τη ρίζα της πίστης όχι στην απόδειξη, ούτε καν στην ηθική κρίση, αλλά στην υπαρξιακή ανάγκη του ανθρώπου για ελπίδα, λύτρωση, διέξοδο. Αυτό θα είναι ένα σημείο που θα μας απασχολήσει ιδιαιτέρα μελετώντας τη χριστιανική πίστη καθώς παρατηρείται μια συνεχής τάση: ο άνθρωπος να αποδίδει στο θεϊκό ον και στην πίστη του προς αυτό στοιχεία που ο ίδιος στερείται. Έτσι, λοιπόν, συμβαίνει να ρέπει να αγαπήσει αυτά που στερείται: την ομόνοια, την αθανασία, τη λύτρωση, όπως και την ίδια την ελευθερία της βούλησης.
Φώτης Μποζίκας