Να με πιάσεις στο νεκροκρέβατό μου,
κι ο κόσμος πια να τελειώνει,
να σβήσουν οι ψυχές μας χωρίς αντίλαλο,
σα κεριά που δεν προλάβαν να καούν,
θα μείνουν λιωμένα σε χέρια παγωμένα.
Θα σβήσουν τα όνειρα σα σκιές χλωμές,
θα σπάσουν τα λόγια μέσ' τα ξεραμένα στόματα,
και θα κυλήσουν τα δάκρυα βουβά,
σα βροχή που δεν πότισε ποτέ κανέναν.
Θα χαθούν τα βλέμματα που ζητούσαν φως,
και θα μείνει μόνο η σκιά μιας παλιάς μοναξιάς,
ύπουλα να γλιστρά ανάμεσα σε ερείπια και σιωπές.
Κι όταν το αύριο σβήσει,
σιωπηλοί θα πέσουμε στην άβυσσο,
Γιατί χωρίς το αύριο ναυαγήσαμε•
όπως τόσοι ναυτικοί χωρίς την άρκτο τους.
Ίσως δεν αρκεστήκαμε ποτέ στο Σήμερα.
Κι αν ο κόσμος τελειώσει αύριο,
ίσως η σιωπή να γεννήσει ξανά τη ζωή,
μια νέα αυγή να φέγγει μέσα από τα συντρίμμια,
και η καρδιά να μάθει πάλι να αγαπά.
Κι όταν κόσμος τελειώσει αύριο,
τουλάχιστον Σήμερα υπήρξα.
Σήμερα έζησα (;)
Μην αφήσεις τα χέρια σου από πάνω μου,
ακόμη κι όταν το κορμί μου παγώσει.
Και πριν φύγεις, πριν η λήθη κερδίσει μια ακόμα φορά, στάσου και ρώτησέ με•
Ήταν, άραγε, η ζωή μου τέτοια,
ώστε αν κάποιος θεός με ρωτούσε,
Να ήθελα να την ξαναζήσω;
Αγγελική Μάγγα
Φώτης Μποζίκας