Αφορμή του παρόντος κειμένου είναι, όπως μου συμβαίνει αρκετά συχνά, ένα θρησκευτικό κείμενο: εκείνο της Γένεσης. Και ενώ η εκκίνηση της σκέψης μου βρίσκεται σε αυτήν, έχω παρατηρήσει τον εαυτό μου να καταλήγει συχνά στην ηθική ύστερα από τέτοιες αφορμές. Γιατί, τυχαίνει πολύ περισσότερο από συχνά να βλέπω πως τόσο η θρησκεία όσο και η ηθική έχουν ένα θεμελιώδες ενδιαφέρον· αποκαλύπτουν πολλά στοιχεία όχι μόνο για όσους τις ασπάζονται, αλλά κυρίως για την οπτική τους απέναντι στην ανθρώπινη φύση. Διερευνώντας και συνδέοντας τα δύο, δεν βρήκα άλλους κλάδους που να επιφέρουν παρόμοια αποτελέσματα στον ψυχισμό του ανθρώπου και ταυτόχρονα να πηγάζουν από την ίδια θεμελιώδη βάση. Και εδώ, βέβαια, δεν εννοώ κάποια υπερφυσική ή λογική προέλευση, αλλά την ίδια την ανθρώπινη ανάγκη για έναν οδηγό στη ζωή του.
Εκκινώντας, λοιπόν, από τη Γένεση, όπως προϋποτέθηκε, πρέπει να ομολογήσω πως μένω έκθαμβος απέναντι σε αυτήν την πρώτη, πρώιμη διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης επιχειρεί μια βουτιά στην ανθρώπινη φύση. Ο Αδάμ και η Εύα εξορίζονται από τον Κήπο της Εδέμ επειδή έφαγαν τον καρπό από το Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού. Υποκύπτοντας στα λεγόμενα του φιδιού, δεν υπακούουν στα λόγια του Θεού. Η ιστορία είναι πασίγνωστη, τα λανθάνοντα στοιχεία της, όχι τόσο. Και βέβαια, δεν είναι δικές μου παρθενογενέσεις ούτε δικός μου Ιησούς. Ο Θεός είχε προειδοποιήσει τους πρωτόπλαστους πως, την ημέρα που θα έτρωγαν από το δέντρο, θα πέθαιναν. Ο όφις, αντίθετα, τους παρότρυνε λέγοντας πως ο Θεός ψεύδεται, δηλαδή δεν πρόκειται να πεθάνουν, απλώς θα γίνουν σαν Εκείνον, δηλαδή γνώστες του καλού και του κακού.
Εύλογα διερωτώμαι: αφού οι πρωτόπλαστοι δεν είχαν γνώση του καλού και του κακού, πώς μπόρεσαν να πράξουν κάτι κακό; Και όχι μόνο αυτό, αλλά πώς τιμωρούνται γι’ αυτό; Ο όφις, τελικά, μοιάζει να έχει δίκιο, αφού ο ίδιος ο Θεός παραδέχεται πως «πλέον ο άνθρωπος έχει γίνει σαν εμάς, γνώστης του καλού και του κακού». (Το α΄ πληθυντικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί ο Γιαχβέ εγείρει, άλλωστε, από μόνο του ερωτήματα υπό το πλαίσιο της όχι και τόσο μονοθεϊστικής αρχαίας εβραϊκής θρησκείας.) Πράγματι, οι πρωτόπλαστοι δεν πεθαίνουν την ίδια ημέρα που έφαγαν από το δέντρο. Για να υπερασπιστούμε, λοιπόν, τον Γιαχβέ, πρέπει να δώσουμε στα λόγια του μια μεταφορική ερμηνεία: πως ο θάνατος είναι πνευματικός, η έκπτωση συνεπαγόμενη, και πως πλέον ο άνθρωπος θα ταλανίζεται από αυτόν. Αν δεχτούμε πως κάθε τι στον κόσμο αποτελεί μια Θεία Οικονομία, ένα σχέδιο του Θεού, και πως ο Θεός είναι παντογνώστης, τότε είναι φανερό πως Αυτός δημιουργεί τον άνθρωπο καταδικασμένο στην πτώση του, δημιουργεί μια φύση αμαρτωλή. Και τα λεγόμενα περί ελευθερίας βουλήσεως δύσκολα μας πείθουν, αφού είναι αδύνατο να βούλεται το κακό εκείνος που δεν γνωρίζει το κακό. Ορθώς, λοιπόν, λέγω πως η Γένεση ψυχολογεί τον άνθρωπο ως εκ φύσεως έκπτωτο, εκ φύσεως φαύλο, εκ φύσεως ένοχο.
Με αυτή την αφορμή, είπα να ασχοληθώ με την ίδια την έννοια της ενοχής. Στη θρησκεία, η ενοχή εκφράζεται μέσα από τον «φόβο του Θεού». Όταν λέμε πως ο άνθρωπος έχει φόβο Θεού, δεν εννοούμε πως φοβάται μήπως τιμωρηθεί, αφού ο χριστιανικός Θεός είναι Θεός αγάπης, αλλά πως φοβάται μήπως Τον στεναχωρήσει με τις πράξεις του. Ασχολείται, δηλαδή, με τον αντίκτυπο των πράξεών του στη σχέση του με το Θείο. Όσο ωραιοποιημένη κι αν ακούγεται αυτή η αντίληψη, βλέπω πως έχει την ίδια ουσία με την Παλαιά Διαθήκη: ο πιστός έχει ένα καθήκον να επιτελέσει απέναντι στην ύψιστη αξία του και φοβάται μήπως «στεναχωρήσει τον Θεό», νιώθει ενοχές για τις κακές του πράξεις. Ο λόγος του Θεού είναι ο οδηγός του και η χριστιανική ζωή ο σκοπός του. Ο Θεός, πράγματι, δεν χρειάζεται να τιμωρεί, ο ίδιος ο άνθρωπος αυτοτιμωρείται μέσω των τύψεών του. Και αυτό το αυτομαστίγωμα πηγάζει από την αίσθηση πως, ό,τι κι αν κάνει, είναι φαύλος, ό,τι κι αν κάνει, είναι κακός. Έτσι, ο θεοσεβούμενος τρέχει να ξεφύγει από τον ίδιο του τον εαυτό, εναντιώνεται στο ίδιο του το είναι, σιχαίνεται τον εαυτό του από τη στιγμή που έχει δεχτεί πως η ύπαρξή του είναι ένοχη, είναι φαύλη. Και όλα αυτά, στο όνομα της προσπάθειας να ζήσει όλο και πιο χριστιανικά, να επιτελέσει το ανθρώπινο καθήκον απέναντι στον Θεό. Ο φόβος του Θεού είναι εκείνος που τον οδηγεί να απαρνείται διαρκώς μέρη του εαυτού του, σαν να κρύβουν φύσει αμαρτωλά στοιχεία.
Μιλώντας, λοιπόν, για τον φόβο του Θεού, παρατηρώ τα αντίστοιχα σε μια άλλη μορφή δέσμευσης: την ηθική. Αυτή δεν προέρχεται από κάποιον έξωθεν θεϊκό παράγοντα, αλλά από την ίδια την αυτοδέσμευση του ανθρώπου σε ορισμένες αξίες. Ο άνθρωπος που θέτει ύψιστες αξίες παρουσιάζει τα ίδια συμπτώματα με τον θεοσεβούμενο. Όπως είχα αναφέρει σε παλαιότερο κείμενο περί του νόμου, είναι εμφανές πως κανένας νόμος δεν τίθεται αν δεν υπάρχει φόβος για πράξη του αντιθέτου: αν δεν υπήρχε κλοπή, δεν θα υπήρχε νόμος που να απαγορεύει την κλοπή. Το ίδιο λανθάνον στοιχείο υπάρχει και στην ηθική: ο άνθρωπος αυτοδεσμεύεται επειδή φοβάται τον εαυτό του, ο φόβος του εαυτού. Θα χρησιμοποιήσω ως παράδειγμα τον δεοντοκράτη, τον λιγότερο ελαστικό και πιο δεσμευμένο από τους ηθικούς. Ο δεοντοκράτης δεσμεύεται από κανόνες συμπεριφοράς, δηλαδή από ένα δέον, ένα καθήκον. Σε αντίθεση με τον απλώς νομοταγή πολίτη, έχει ένα επιπλέον ελάττωμα: μέσω της ηθικής περιορίζει την εσωτερική του ελευθερία. Δεν θέτει έναν νόμο για να τον εξυπηρετεί, αλλά ένα καθήκον για να το υπηρετεί εκείνος. Ο νόμος εισχωρεί μέσα του, γίνεται μέρος της συνείδησής του. Κι έτσι, αποτυγχάνοντας στην επιτέλεση του καθήκοντος, ο δεοντοκράτης ενοχοποιεί τον εαυτό του, νιώθει πως τον απογοήτευσε.
Το ερώτημα γιατί ο άνθρωπος θέλει να αυτοδεσμευτεί και, τελικά, να καταργήσει αυτό το πρωταρχικό «θέλω», είναι άξιο διερεύνησης. Το σημαντικότερο στοιχείο έγκειται στην ανάγκη για σταθερές βάσεις και, κατ’ επέκταση, για σταθερή ταυτότητα. Οι ηθικές αρχές προσφέρουν μια αρχή που μπορεί να εμπιστεύεται, έναν γνώμονα των πράξεών του. Με άλλα λόγια, του παρέχουν σταθερότητα μέσα στο χάος της ψυχής του. Ο άνθρωπος δείχνει να φοβάται το βάθος της ψυχής του και να αναζητά ακατάπαυστα τρόπους διαχείρισής της. Ωστόσο, η σταθερή αυτή βάση επιφέρει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα για την προσωπική του ταυτότητα. Η κατηγορική προσταγή του Καντ επιβάλλει μια ομοιομορφία μεταξύ των ανθρώπων: «Να ενεργείς μόνο σύμφωνα με εκείνον τον κανόνα, τον οποίο μπορείς ταυτόχρονα να θέλεις να γίνει καθολικός νόμος.» Αυτή η σκέψη απογυμνώνει τον άνθρωπο, καθώς τον αναγκάζει να σκεφτεί πώς θα ήταν ο κόσμος αν «όλοι ήταν εγώ». Αυτή η άτοπη σύλληψη ίσως είναι και η γενέτειρα της ανθρώπινης ενοχής. Η ευθύνη που επωμίζεται ο άνθρωπος, όταν υψώνει μια τέτοια προσταγή σε ύψιστη αρχή, είναι δυσβάστακτη: σηκώνει στους ώμους του τη συμπεριφορά ολόκληρου του κόσμου. Αν παραβεί τον ηθικό κανόνα, νιώθει πως προδίδει όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και τον κόσμο. Έτσι, περιορίζει ακόμη περισσότερο τις πράξεις του, επειδή κάποτε πίστεψε πως είναι δυνατόν μια άλλη προσωπικότητα να υπάρξει ως ο ίδιος.
Αν δεχτούμε, λοιπόν, πως η έννοια του δέοντος, του καθήκοντος, πηγάζει από τον φόβο του εαυτού, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε τις μορφές που λαμβάνει αυτή η αυτοδεσμευτική «αποστολή». Κυριότερη εξ αυτών είναι η πειθαρχία. Η πειθαρχία, όταν συνδέεται με το δέον, γίνεται περιοριστική, καθώς ο άνθρωπος πιστεύει πως πρέπει να πειθαρχήσει εξαιτίας του φόβου του για το ανέλεγκτο του εαυτού του. Δεν χρησιμοποιεί, έτσι, την πειθαρχία για την εξυπηρέτηση του εαυτού του, αλλά τη μετατρέπει σε μέσο επίτευξης του δέοντος. Με αυτόν τον τρόπο χάνει το αρχικό νόημα του κανόνα, την εξυπηρέτηση του ανθρώπου και όχι το αντίστροφο. Ο άνθρωπος επιθυμεί να χρησιμοποιεί τους κανόνες για να εξυπηρετείται, όπως συμβαίνει με τους κανόνες της επιστήμης που διευκολύνουν τη διερεύνηση του κόσμου. Στην ηθική, όμως, το σχήμα αντιστρέφεται: εκεί επιχειρείται να κανονικοποιηθεί η πιο σύνθετη δημιουργία της φύσης, ο ίδιος ο άνθρωπος. Και επειδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να κανονικοποιηθεί, δεσμεύεται να κανονικοποιήσει τον εαυτό του, γίνεται δούλος των κανόνων ως μια απέλπιδα προσπάθεια επιβολής τάξης και άρνησης της αδυναμίας κανονικοποιήσης του. Ο άνθρωπος δεσμεύεται να κανονικοποιθεί, και επειδή η ίδια η φύση του δεν το επιτρέπει είναι καταδικασμένος στις συνεπαγόμενες ενοχές μια τέτοιας προσπάθειας. Και αυτές οι ενοχές θα είναι συνεχείς λόγω και της συνεχούς αποτυχίας του. Οι ενοχές θα επιφέρουν περαιτέρω δέσμευση και οι περαιτέρω δέσμευση περισσότερες ενοχές. Ένας φαύλος κύκλος.
Φτάνω έτσι στο σημείο όπου αναδεικνύεται η ομοιότητα του δεοντοκράτη και του θεοσεβούμενου. Ο πρώτος θέλει να περιορίσει τον εαυτό του γιατί πιστεύει πως υπάρχουν στοιχεία της φύσης του φαύλα, εκείνα που ο δεύτερος θεωρεί αμαρτωλά. Και οι δύο νιώθουν φύσει ένοχοι, και στους δύο δεν αρέσει ο εαυτός τους. Η λύση που προτείνουν είναι ο αυτοπεριορισμός και, όταν αυτός αποτυγχάνει, το αυτομαστίγωμα. Η ενοχή του δεοντοκράτη και η θεώρηση του εαυτού του ως φύσει φαύλου είναι τελικά εκείνες που περιορίζουν το φιλοσοφικό του πνεύμα, το στοιχείο της απελευθέρωσης του ανθρώπου. Παρηγορητικό, ωστόσο, είναι το γεγονός πως κανείς δεν αντέχει ένα καθεστώς τυραννίας για πολύ. Και ο δεοντοκράτης, πράγματι, διαθέτει τις μεγαλύτερες φιλοσοφικές ανησυχίες, αν όχι την περισσότερη ενσυναίσθηση από κάθε άλλο είδος ηθικού. Η ενσυναίσθησή του, η ανάγκη του να μη βλάψει τον κόσμο, είναι τελικά εκείνη που τον οδηγεί να βλάψει τον εαυτό του. Όταν, όμως, φτάσει στο πραγματικό έσχατο σημείο, νιώθει τη μεγαλύτερη φιλοσοφική ορμή προς απελευθέρωση, που δεν είναι άλλη από την πρωταρχική αναζήτηση του εαυτού, τη συμφιλίωση μαζί του, την ελεύθερη έκφρασή του και, τελικά, τη βελτίωσή του. Ο δεοντοκράτης απλώς είχε αντιστρέψει τη διαδικασία. Πίστευε πως πρώτα πρέπει να βελτιώσει τον εαυτό του μέσω ηθικών κανόνων, έπειτα να τον γνωρίσει και στο τέλος να συμφιλιωθεί με τα «σωστά» του στοιχεία. Όμως, η διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχολογίας δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια στις φυσικές ορμές. Σκοπός της είναι, όπως σωστά είπε ο Φρόυντ, να μάθει να τις διοχετεύει αλλού. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να διοχετεύει τις πιο ζωώδεις και βίαιες ορμές του, το μεγάλο στοίχημα είναι το μέσο έκφρασης και διοχέτευσής τους. Είναι δεδομένο πως η επιθετική φύση του ανθρώπου δεν πρόκειται ποτέ να καταστραφεί, όσους ηθικούς κανόνες κι αν θέσουμε. Μπορεί, όμως, να μεταστραφεί σε άλλες μορφές έκφρασης, πέρα από τη βία και τον πόλεμο.
Φώτης Μποζίκας