Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης. Κάπως έτσι ξεκινά το πιο στοχαστικό και υπαρξιακό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, ο Εκκλησιαστής. Γραμμένο γύρω στον τρίτο αιώνα π.Χ. και επηρεασμένο από την ελληνική σκέψη, το εν λόγω κείμενο καθόλου δεν θυμίζει τα υπόλοιπα του κανόνα της Εβραϊκής βίβλου. Πραγματεύεται την ματαιότητα, την παροδικότητα και το πεπερασμένο της ζωής, την μικρότητα του ανθρώπου μπροστά στον κόσμο και τελικά το ανούσιο όλης της εγκόσμιας ύπαρξης καταλήγοντας πως ο φόβος του Θεού και η στροφή προς αυτόν θα είναι τα στοιχεία που θα δώσουν νόημα στην ανθρώπινη υπόσταση. Μεταξύ των υπολοίπων τόσο ο πλούτος θεωρείται παροδικός και ανούσιος όπως και η δόξα, αλλά και η ίδια η σοφία, η γνώση. Και όλα τα παραπάνω θα ήταν ορθά, αν δεν αναρωτηθούμε πρωτίστως: γιατί η ματαιότητα της ζωής είναι έμφυτα αρνητική;
Ο Εκκλησιαστής, ο δάσκαλος, δεν διστάζει να μας αποκαλύψει σημαντικά στοιχεία για την ανθρώπινη φύση με σημαντικότερο την ανάγκη ύπαρξης νοήματος στον κόσμο. Σωστά ο Κάφκα χρησιμοποιεί τον αφορισμό: «Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να κοιτάζει συνεχώς προς κάτι που δεν υπάρχει». Πραγματικά, το ότι ο άνθρωπος γεννήθηκε για κάποιον άλλον κόσμο και κατέληξε σε αυτόν είναι κεντρικός υπαρξιακός προβληματισμός. Η ίδια η έννοια του υπαρξιακού προβληματισμού θα πρέπει να μας προβληματίσει καθώς έξω όλα τα ζώα αναγκάστηκαν να αναπτύξουν χαρακτηριστικά ώστε να προσαρμόζονται στις κατά τόπους και χρόνους συνθήκες, ο άνθρωπος ανέπτυξε χαρακτηριστικά που δεν του είναι χρήσιμα για την επιβίωση του. Η δυνατότητα του ανθρώπου να σκέφτεται για τον ίδιο του τον εαυτό, την ίδια του την ύπαρξη δεν συναντάται πουθενά αλλού στη φύση και πραγματικά όχι μόνο δεν συμβάλει στην επιβίωση του αλλά μπορεί πολύ εύκολα να την καταστρέψει αν δεν την διαχειριστεί. Τη λύση σε αυτό το πρόβλημα μας τη δίνει ο ίδιος ο Εκκλησιαστής: η πίστη στον Θεό θα δώσει νόημα στη ζωή και στα πράγματα αυτά που από μόνα τους είναι ασήμαντα. Μόνο με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος θα μπορέσει να ζήσει τη ζωή του όπως είναι. Και βέβαια αυτό μας αποκαλύπτει ταυτόχρονα ένα από τα κρισιμότερα στοιχεία για την ίδια τη θρησκεία: όταν το ερώτημα σου είναι πολύ μεγάλο δίνεται εύκολη απάντηση. Μπορούμε να δούμε πως η λύση αυτή είναι πολύ κοντά στην έννοια της επιβίωσης, της συνέχισης της ζωής.
Λέγεται πως ο Σωκράτης, όταν η Αθήνα είχε εκστρατεύσει στην Ποτίδαια, καθόταν επί ώρες αμίλητος και ακούνητος στο κρύο ταλανισμένος με τις σκέψεις του. Και παρ’ ότι παραδίδεται πως διακρίθηκε στη μάχη, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα: πως ένα στρατόπεδο, μια κοινωνία, ένα σύνολο θα επιβιώσει αν όλοι οι υπόλοιποι στρατιώτες αφιέρωναν μέρες επί μερών πάνω στον στοχασμό; Ποιος θα μαγείρευε, ποιος θα έφτιαχνε ρούχα, ποιος εργαλεία; Είναι εμφανές, λοιπόν, πως ο άνθρωπος για χάρη και της επιβίωσης του χρειάζεται να λάβει ορισμένα πράγματα ως απλώς αυτονόητα, ως απλώς δεδομένα.Από εδώ αναδύεται η αντινομία του ανθρώπου: από τη μία, χρειάζεται να στοχάζεται για να νοήσει τη ζωή. Από την άλλη, χρειάζεται να παύει να στοχάζεται για να ζει. Και, όμορφε Εκκλησιαστή, μάλλον αυτό θα συμβάλλει και στην ευτυχία μας. Είναι ταυτόχρονα όμως, πρόδηλο πως η φιλοσοφία έρχεται σε σφοδρή αντιπαράθεση με τέτοιου είδους άποψη, αφού η ίδια η γένεση και η ουσία της βρίσκεται στην αμφισβήτηση των δεδομένων, στον βαθύ θαυμασμό του κόσμου και στον ενδελεχή έλεγχο του. Γιατί, αυτός που πραγματικά θαυμάζει, αυτός που πραγματικά ερωτεύεται δεν μένει σε επιφάνειες αλλά εξερευνά στα πιο λανθάνοντα των μερών. Η κοινωνία δεν μπορεί να είναι φιλικά προσκείμενη προς τον στοχαστή, πρέπει να τον αναγκάσει να την εξυπηρετήσει.
Μέσω των παραπάνω γινόμαστε αυτόπτες μάρτυρες μιας κεντρικής για τον ψυχισμό του ανθρώπου μάχης. Από την μια παρατάσσονται η επιβίωση με σύμμαχο τη θρησκεία, την εύκολη απάντηση στα δυσκολότερα ζητήματα και από την άλλη η φιλοσοφία, ή αλογόμυγα που δεν σε αφήνει ποτέ να πέσεις σε λήθαργο. Η πρώτη παράταξη εξυψώνει τη συλλογικότητα, την ομάδα, την κοινωνία ενώ η δεύτερη το πρόσωπο και την ιδιοσυγκρασία. Η πρώτη υπόσχεται ευτυχία, έστω και φαινομενική σαν ένα ναρκωτικό που μουδιάζει το σώμα ώστε να μην νιώθεις τον πόνο, η δεύτερη υπόσχεται ελευθερία και ταραχή για ανάδυση σκέψεων και όμως αυτή είναι που οδηγεί στη συνειδητή ζωή. Πραγματικά, αν κάποιος θέλει να είναι πρακτικός άνθρωπος πρέπει να θέσει, ή να αποδεχτεί εξ αρχής κάποια κριτήρια. Και ο όμορφος Εκκλησιαστής αυτό μας αποκαλύπτει εμμέσως: η πρακτικότητα συνδέεται με μια πίστη, με κάτι δεδομένο ως καλό και σωστό. Έτσι, για κάποιους εμφανίζεται ο Θεός, για άλλους το κοινό καλό, για άλλους η ηθική, για άλλους η δόξα και πάει λέγοντας. Θέτωντας ένα ύψιστο κριτήριο και πιστεύοντας το για αληθινό, τότε πλέον υπάρχει μια κατευθυντήρια γραμμή για τις πράξεις τους ανθρώπου. Εμφανίζεται η έννοια του καθήκοντος. Προφανώς, εάν όλοι στοχάζονταν συνεχώς για το αν το ύψιστο κριτήριο πράξεων τους θα πρέπει να είναι ωφελιμιστικό η δεοντοκρατικό θα έρχονταν αντιμέτωποι με συνεχείς αμφισβητήσεις για τις πράξεις τους. Έτσι, οφείλουν να επαναπαυθούν σε μια πίστη, μια αντικατάσταση Θεού, έστω και αν κάποιες φορές παροδική, για να μπορέσουν να συνεχίσουν τη ζωή τους, αγνοώντας τις συνεχείς φιλοσοφικές συζητήσεις που μόνο σε απαράλλακτες αλήθειες δεν καταλήγουν. Κι όμως, για να συνεχίσω τη ζωή μου πρέπει να πιστεύω πως κάτι είναι καλό και κάτι είναι κακό, πρέπει να προβώ σε καθημερινές πράξεις θεωρώντας δεδομένα κάποια κριτήρια.
Ο ένας δρόμος που προβλήθηκε από τον Εκκλησιαστή ήταν η στροφή προς τον Θεό, ο άλλος όμως είναι αυτός της ματαιότητας. Τυχαίνει να έχουμε συνδέσει ορισμένες έννοιες αυτομάτως με ένα αρνητικό νόημα και έτσι συνέβη και το βάπτισμα αυτής η οποία καθόλου δεν ήθελε να βαπτιστεί, η οποία δηλώνει άθεη. Η ματαιότητα υποκρύπτει σημαντικά στοιχεία για αυτούς που θέλουν να την προσεγγίσουν ευλαβικά με σημαντικότερο πως πραγματικά τίποτα δεν έχει αξία, τίποτα δεν είναι σημαντικό. Με μια πρώτη ματιά κάτι τέτοιο μπορεί να φαίνεται στενάχωρο, ίσως μηδενιστικό, αλλά αυτή βρίσκεται πολύ μακριά από αυτό. Αφορά την πραγματική απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε είδους Θεό, από κάθε ύψιστο κριτήριο και τον ωθεί προς την συνειδητοποίηση της βαθύτερης χαράς του: αφού όλα είναι μάταια δεν μου μένει παρά να ζήσω μέσα σε αυτό, δεν επιλέγω κάποιον άλλον κόσμο όπου θα ήθελα να ζήσω αλλά μελετώ αυτόν, απαλλαγμένος από κάθε είδος καθήκοντος, από κάθε είδους επιβολή. Σωστά ο Νίτσε λοιπόν υποστήριζε πως ο άνθρωπος πρέπει να γίνει καλλιτέχνης, να γίνει δημιουργός. Ταυτόχρονα η ματαιότητα, ούσα απελευθερώτρια, ωθεί τον άνθρωπο προς τη φιλοσοφία, δίνοντας του την δυνατότητα της απρόσκοπτης μελέτης, δίχως αναγκαστικά δεδομένα που πρέπει να ληφθούν υπόψη.
Δεν γνωρίζω κάποιον άνθρωπο που δύναται να αποκαλέσει τον εαυτό του πραγματικά Μηδενιστή ή ματαιόδοξο αφού αυτό προϋποθέτει να μην δίνεται αξία σε τίποτε. Αποκαλούμενοι όμως μηδενιστές ή ματαιόδοξοι δίνουμε αξία πρωτίστως σε αυτήν την ίδια την πρόταση: τίποτα δεν έχει αξία. Αληθινά, ο άνθρωπος αδυνατεί να ζήσει δίχως την ίδια την έννοια μια πρώτης αξίας. Και οδεύοντας αναδρομικά κατανοούμε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να δίνει αξία στην συνείδηση του, αφού αυτή η συνείδηση είναι που διακηρύττει πως τίποτε δεν έχει αξία. Για να υπάρξει άλλωστε αξία σε κάτι θα πρέπει ή αυτό το ίδιο το πράγμα να έχει αξία στον εαυτό του ή να δίνεται από κάπου αλλού. Τοτε ερχόμαστε αντιμέτωποι με δύο περιπτώσεις: αν το πράγμα έχει αξία από μόνο του τότε μας ενδιαφέρει να τη γνωρίσουμε πλησιάζοντας το μέσω της συνείδησης και η αξία του θα γίνει αντιληπτή μόνο από εκεί, αν αυτό δεν έχει καμία αξία τότε χρησιμοποιώντας το αντιλαμβανόμαστε την αξία που εμείς επιθυμούμε, μέσω πάλι της συνείδησης. Σε κάθε περίπτωση ακόμη κι αν η συνείδηση δεν έχει αξία είναι το μόνο πράγμα που ο άνθρωπος αναγκάζεται να αποδεχτεί την αυταξία του, έστω κι αν δεν το καταλαβαίνει. Έτσι, η πρώτη πίστη στην οποία ο άνθρωπος αληθινά καταλήγει είναι η συνείδηση του εαυτού, με άλλα λόγια το στοιχείο που αναφέραμε προηγουμένως ότι είναι το παράδοξο της φύσης. Παρ' όλα αυτά κάθε αξία πέρα από αυτή την πρώτη και αναγκαστική θα επιφέρει περιορισμούς.
Ο αμελετητος βίος εστί βίος αβίωτος. Και πράγματι πως θα μελετήσεις ελεύθερα τον βίο σου αν δεσμεύεσαι από Θεούς, από εμπόδια στη σκέψη; Έτσι, η κατάρριψη όσων των δυνατών περισσότερων υψιστων κριτηρίων στη σκέψη παρουσιάζεται αναγκαία για τη φιλοσοφία. Αν ο φιλόσοφος δεχτεί πως κάτι «απλώς έχει» σύμφωνα με τον νόμο τάδε ή την ηθική αρχή δείνα τότε περιορίζει απευθείας την πνευματική ελευθερία του. Η φιλοσοφική τάση ωθεί τον άνθρωπο προς οικοδόμηση και αν χρειαστεί ανοικοδόμηση των προηγούμενων, αλλά με τη συνειδητή επιλογή του ίδιου και όχι την αυτόματη έξωθεν επιβολή. Το προσωπικό αυτό εγχείρημα είναι αληθινά ένα δίκοπο μαχαίρι καθώς ελλοχεύει σημαντικούς κινδύνους για την ίδια την επιβίωση, αφού κάλλιστα θα μπορούσε να υπάρξει ο προβληματισμός ότι αν ο καθένας αποδεχτεί τα παραπάνω, πως τίποτα πάνω από τη συνείδηση του δεν υπάρχει και πως κάθε τι πρόκειται για αντικείμενο μελέτης του βιου, τοτε θα υπάρξουν περιπτώσεις ανθρώπων που κατά τη διαδικασία αυτή θα οδηγηθούν σε πράξεις χαοτικές και βίαιες, μη δεσμευμένοι από τα προαναφερθέντα κριτήρια. Αυτός ο κοινωνικός φόβος είναι τελικά που αναστέλλει τη φιλοσοφία. Και ο φιλόσοφος γίνεται μάρτυρας της αιώνιας παλης του ζην και του ευ ζην, όπου η ανάγκη για το πρώτο καταστέλλει το δεύτερο. Η φιλοσοφία μπορεί να φωτίσει, αλλά και να διαλύσει. Η κοινωνία χρειάζεται την πλάνη της για να σταθεί.
Φώτης Μποζίκας