⟪Η σελίδα στην τσέπη⟫
Βροχερή μέρα.
Παράξενο για καλοκαίρι.
Μα ίσως και όχι.
Ίσως το κλίμα να συμπονά όσους εξορίστηκαν
όχι από τόπο αλλά από εποχή.
Έγραφα το Αιρετικών Μανιφέστο,
όχι πια από πάθος, μα από συνήθεια.
Αγνάντευα τη βροχή
όπως κάποιος που δεν περιμένει τίποτα πια.
Η πόρτα χτύπαγε. Επίμονα.
Όπως επιμένει η ζωή όταν θες να κοιμηθείς.
Αμέσως πετάχτηκα.
Άνοιξα το πλακάκι – το ίδιο πάντα.
Εκεί όπου κρύβω το βιβλίο.
Όχι πια απ’ τον φόβο, μα απ’ τη ντροπή.
Η πόρτα δεν σταματούσε.
Επιθεώρηση θα ’ναι, σκέφτηκα.
Ή η τύχη που δεν ξεχνά ποτέ να εμφανίζεται ακάλεστη.
Δυσκολεύτηκα να ξεκλειδώσω
το χέρι μου έτρεμε.
Τόσες σελίδες φιλοσοφίας,
κι ούτε μία με δίδαξε πώς να είμαι ψύχραιμος.
Μα ο Ράιναμ.
Ο Ράιναμ…
Παράδοξο, γιατί κάπου είχα διαβάσει πως τον είχαν συλλάβει.
Κοίταξα γύρω, μη με δει η Ιστορία να κάνω λάθος,
και του ψιθύρισα:
– Μπες μέσα, γρήγορα πριν μας δουν οι στρατιωτικοί.
Κλείδωσα την πόρτα πίσω μου.
Σκέφτηκα να τον κεράσω κάτι
ένα δείγμα πολιτισμού ίσως,
αλλά δεν είχα τη δύναμη.
Ίσως και να μην είχα πια τίποτα να κεράσω.
Πόσες ερωτήσεις ήθελα να του κάνω…
μα η πρώτη που βγήκε ήταν:
– Πώς ήρθες μέχρι εδώ; Φύγε – θα μας πιάσουν εύκολα.
⸻
⟪Αφήγηση Ράιναμ⟫
(ο Ράιναμ αρχίζει να εξομολογείται)
– Μην ανησυχείς. Δεν θα κάτσω πολύ.
Ήθελα να σε δω πριν με συλλάβουν.
Μίλησα χθες… και δεν άρεσαν τα λόγια μου.
Στην επιτροπή ήταν κι ο φίλος μας.
Ναι, ο ίδιος.
Ακόμη εκεί, ακίνητος στην πλευρά που διάλεξε.
Μιλήσαμε μετά, έξω.
Μου διηγήθηκε μια ιστορία —
για την αδερφή του.
Εκείνος, χρόνια πια στον στρατό.
Εκείνη, γιατρός.
Δύο ρόλοι στην ίδια τραγωδία.
⸻
⟪Η ιστορία του φίλου⟫
(φωνή τρίτη – αφήγηση μέσα στην αφήγηση)
– Χτες, τραυμάτισα έναν από τους αντιπάλους.
Βαριά. Θώρακας.
Μα ακόμη ανέπνεε.
Κι είχε έναν σταυρό.
Ασημένιο.
Ο δικός μου, χρυσός.
Είναι να απορεί κανείς ποιος απ’ τους δύο είναι πιο τίμιος.
Τον σήκωσα. Τον πήγα στην αδερφή μου.
Εκείνη τον είδε,
του άγγιξε το μέτωπο όπως κάποτε εγώ άγγιζα τις σκανδάλες.
«Μπορώ να τον σώσω», μου είπε.
«Αυτή είναι η μοίρα μας, βλέπεις
οι μεν να σκοτώνουμε,
οι δε να προσπαθούν να σώσουν όσους προλάβαμε.»
Κι εγώ…
δεν ήξερα τι να πω.
Ήμουν αυτός που τον τραυμάτισε.
Αλλά πριν τελειώσω τη φράση μου,
μπαίνει ο αξιωματικός.
«Προδότη!» φώναξε.
«Είναι αντίπαλος. Έπρεπε να ήταν ήδη νεκρός.»
Κι ύστερα, μου πρόσφερε την εξιλέωση:
αύριο στο εκτελεστικό απόσπασμα
κι εγώ να κρατάω το ντουφέκι.
Η αδερφή μου στέναξε.
«Μπορώ να τον σώσω…» ψιθύρισε.
Εκείνος την κοίταξε.
Την χαστούκισε.
Κι εγώ, άγαλμα.
Όχι του Καπιτωλίου του φόβου.
Σήκωσα το πόδι μου. Το χτύπησα κάτω.
«Όπως διατάξατε.»
Το πρωί πήγα.
Του το είπα, σχεδόν με λεπτότητα:
«Είναι οι τελευταίες σου ώρες.»
Κι εκείνος:
«Ποτέ δεν ρώτησες το όνομά μου.
Κι ίσως καλύτερα έτσι.
Γιατί αν ήξερες πως είμαστε και οι δυο απ’ την Κρήτη,
ίσως να λυπόσουν
κι αυτό δεν θα ήταν τιμή για μένα.»
Άναψα τσιγάρο.
«Ποια είναι η τελευταία σου επιθυμία;»
Κι εκείνος, με βλέμμα σαν να ’χε κιόλας φύγει:
«Να βλέπω τη φωτογραφία της οικογένειάς μου
την ώρα που με στοχεύεις.»
⸻
⟪Επιστροφή στη φωνή του Ράιναμ⟫
(η αφήγηση ξαναπερνά στον ίδιο)
– Και γιατί σου τα λέω όλα αυτά;
Γιατί αυτό σου ζητώ.
Να τιμήσεις την πατρίδα.
Ακόμα κι αν πονάει.
– Το μόνο που ζητώ είναι ό,τι ζήτησε κι εκείνος:
Να είσαι αμερόληπτος.
Κι αν κρίνεις με τις αξίες σου πως αξίζω να φυλακιστώ,
θα μπω μόνος μου στο κελί.
– Γιατί το κάνεις όλο αυτό στον εαυτό σου;
Εγώ, όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα είμαι ελεύθερος.
Εσύ όμως…
θα παραμείνεις αιχμάλωτος.
Ρίξε το κεφάλι.
Υπάκουσε.
Θα έρθει η λύτρωση, αδερφέ μου.
– Παράδοξο,
πώς μας κυρίεψε αυτό το μικρόβιο.
Που αρνούμαστε να ζήσουμε όπως θέλουμε,
αναμένοντας μια λύτρωση μετά θάνατον.
Αλλά ακόμα κι αν υπάρχει παράδεισος,
το εισιτήριο δεν είναι δωρεάν.
Κι αν είναι να πάω στην κόλαση,
τουλάχιστον να πάω περήφανος.
Ο άνθρωπος είναι μισός στον παράδεισο,
και μισός στην κόλαση.
Και μόνο όταν αυτοί οι δύο μισοί ανταμώσουν,
ίσως τότε να γνωρίσει τον εαυτό του.
⸻
⟪Επιστροφή στο παρόν⟫
(ποιητικό υποκείμενο )
Κι εγώ τον κοίταξα
Ενω μου μίλαγε για παραδείσους
Και θυμήθηκα.
Το γράμμα μου για τον Παράδεισο.
Αυτό που δεν μ’ άφησε να στείλω ο λοχαγός.
Έφυγε εκείνη πολύ νωρίς.
Πήγε στη χώρα του βορρά.
Εκεί που ακόμα δεν έφτασε ο πόλεμος.
Μα ήξερα…
πως είχε ήδη περάσει μέσα της.
Η πόρτα ξαναχτύπησε.
Αργά.
Βαριά.
Χτύπημα που δεν ρωτά αν θες.
Μπήκαν τέσσερις.
Μα εγώ είδα μόνο τέσσερις μαυροφορεμένους.
Κι ήθελα να φωνάξω:
«Μην τον αγγίξετε θα σας σκοτώσω»
Μα ο Ράιναμ με κράτησε.
Το χέρι του…
πιο βαρύ από ποτέ.
Μου ψιθύρισε:
«Έχεις ένα έργο να τελειώσεις.»
Και τότε,
με δάκρυα,
έσκισα μια τυχαία σελίδα απ’ το Μανιφέστο
και του την έβαλα στην τσέπη.
Ίσως εκεί να ’ναι ο Παράδεισός μας.
Σε μια τσαλακωμένη σελίδα.
Σ’ έναν κρυφό λόγο
που δεν πρόλαβε να γίνει.
Διονύσης Διονυσόπουλος