Με ένα χάρτη στο χέρι γεννημένος,
πουθενά σε εκείνον το όνομα μου,
μόνο σοκάκια με υγρασία από ανάσες που δεν με έμαθαν να σκέφτομαι.
Σαν βρήκα πάτημα σε δύο πρόσωπα,
δεκαπέντε χρονών και ας ήμουν,
ο ένας ερημίτης,
ο άλλος, δέσμιος αναμνήσεων,
των ερινύων εκείνων που παγιδεύουν γέροντα στο νεανικό το σώμα.
Φυλαχτό έγινε η ψευδαίσθηση που τόσα χρόνια στόλιζε περήφανα τον λαιμό μου
και κάθε λίγο που το άνοιγα συνήθιζε να τραγουδά: «δες τον έκπτωτο να λάμπει και ας μυρίζει ο άγγελος καπνό».
Σαν γκρέμισε την πόρτα ο χτύπος της αγάπης
κατάλευκο πέπλο απλώθηκε στα μάτια, στον σφυγμό μου,
και οι δυο τους που ωρύονταν τους είδα πλέον να ησυχάζουν.
Της οδυνηρής εκείνης ησυχίας θύμα το φυλαχτό μου,
αφού εκείνη που με τόσο μένος γκρέμιζε δίχως με άγγελο μήτε με έκπτωτο έμελλε να μοιάσει.
Γλυκός ο τρόμος που την κοίταξα,
μα σαν μυρίσεις το άρωμα της,
ήξερα πως δεν θα μυρίσεις τον τόνο του δικού μου,
εκείνο που έγινε μελάνι πίσω από το ευωδιά της ποίησης.
Την ταραχή της μάθησης ας μην εξιστορήσω,
τούτη που έκτοτε στολίζει τον λαιμό μου,
ψιθυρίζοντας πως της ´λευτεριάς πέθανε το σώμα,
έμεινε μονάχα νους να πλέει σε τρικυμία αμφιβολίας
και ’κείνος να μιλά μονάχα με την σκιά του.
Σκιά μου, είμαι σε τούτο το βουνό,
με εκείνη την ομίχλη που σαν φάντασμα πλέον με αγκαλιάζει.
Έλα στην καλύβα μου·
ίσως μαζί να λύσουμε το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής.
Και σαν ξεθυμάνει η ομίχλη τα γράμματα να αναμειχθούν
και το φυλαχτό mare meum πλέον να ψιθυρίζει.
Διονύσης Διονυσόπουλος