Η ευδαιμονία, ως ύψιστο αγαθό του ανθρώπινου βίου, αποτελεί μια από τις κεντρικότερες έννοιες της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας με σχεδόν κάθε στοχαστή της ηθικής να έχει προσφέρει τη δική του συλλογιστική προσέγγιση κατά την προσπάθεια ορισμού της. Και ενώ σήμερα σαφώς γνωστότερες είναι οι προσεγγίσεις της πλατωνικής και αριστοτελικής σκέψης, η θεμελίωση του Επίκουρου περί ευδαιμονίας αποτελεί μια θέση τόσο ισχυρή που στοιχεία αυτής εμφανίζονται σε νεότερες θεωρήσεις περί ευτυχίας μέχρι και σήμερα.
Ο Επίκουρος δεν ήταν ο πρώτος που έκανε λόγο περί ηδονισμού, καθώς τέτοιες θέσεις υπήρχαν και από τα πριν τον επίκουρο χρόνια μέχρι και μέσα στο πλαίσιο της πλατωνικής Ακαδημίας (χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του Ξενοκράτη), ήταν όμως αυτός που παρείχε την γνωστότερη και πιο καλά θεμελιωμένη διατύπωση της φιλοσοφικής αυτής θεωρίας, καθιστώντας την ηδονή ως ύψιστο αγαθό και σκοπό του ανθρώπινου βίου. Η θεώρηση αυτή εύκολα μπορεί να παρεξηγηθεί καθώς δεν πρόκειται για έναν σωματικό, άκρατο ηδονισμό αλλά μια φιλοσοφική τεκμηρίωση όπου η ηδονή ταυτίζεται με την ευδαιμονία και αυτή εννοείται ως απουσία σωματικού πόνου, γνωστό και με τον όρο «άλγος», και την απουσία της ψυχικής ταραχής, την αταραχια της ψυχής. Η τεκμηρίωση αυτή βασίζεται στον διαχωρισμό των ηδονών του ανθρώπου σε φυσικές και αναγκαίες (όπως τροφή, ύπνος), τις φυσικές και μη αναγκαίες (όπως πολυτελή φαγητά) και τις μη φυσικές και μη αναγκαίες (όπως δόξα, πλούτος, εξουσία). Στην επικούρεια φιλοσοφία μόνο οι πρώτες πρέπει να ικανοποιούνται και μπορούν να οδηγήσουν στην ευδαιμονία, ενώ οι υπόλοιπες να αποφεύγονται καθώς είναι αιτίες ταραχής.
Ταυτόχρονα, ο άνθρωπος για να επιτύχει το πολυπόθητο αγαθό θα πρέπει να απαλλαγεί από τον φόβο του θανάτου και τον φόβο των θεών. Όσον αφορά τον πρώτο, ο Επίκουρος περήφανα διακήρυττε πως ο θάνατος δεν είναι τίποτα για εμάς, διότι όταν εμείς υπάρχουμε, δεν υπάρχει ο θάνατος, και όταν υπάρχει ο θάνατος, δεν υπάρχουμε εμείς. Ενώ όσον αφορά τον φόβο των θεών, υποστήριζε πως οι Θεοί, και αν υπάρχουν, δεν ασχολούνται με τα ανθρώπινα οπότε αυτός ο φόβος είναι περιττός. Η ίδια η φιλοσοφία για τον Επίκουρο δεν είναι κάποια αφηρημένη σκέψη αλλά πρακτικό εργαλείο για την ευτυχία, το οποίο μας βοηθά να ξεχωρίσουμε τις πραγματικές ανάγκες του ανθρώπου, να απαλλαγούμε από τον φόβο και να ζήσουμε ατάραχα. Ένας τέτοιος φιλοσοφικός βίος προϋποθέτει εγκράτεια, έτσι ώστε να μειώνεται το μέγεθος του πόνου, άρα να επιτυγχάνεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ηδονή, αφού όσο μεγαλύτερη η ηδονή τόσο μεγαλύτερος ο πόνος που θα επέλθει στο μέλλον. Και αφού αποδώσαμε μια περίληψη της επικούρειας διδασκαλίας, μπορούμε πλέον να προχωρήσουμε στην κριτική της.
Η πλάνη στην οποία φαίνεται να υποπίπτει ο Επίκουρος έγκειται στο ότι, αν το ύψιστο αγαθό είναι η ηδονή, και αυτή ορίζεται ως απουσία σωματικού πόνου (αλγηδονία) και ψυχική γαλήνη (αταραξία), τότε το ανώτερο μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης, το πνεύμα, τίθεται στην υπηρεσία των κατωτέρων: του σώματος και της συναισθηματικής ηρεμίας. Με άλλα λόγια, το ευγενέστερο υποδουλώνεται στο ταπεινότερο. Έτσι, το αγαθό δεν εδράζεται πια στο ύψιστο μέρος της ανθρώπινης φύσης. Ακόμη, η ικανοποίηση μόνο των ζωτικών αναγκών του ανθρώπου ως δρόμος για την ευδαιμονία φαίνεται σαν φιλοσοφία να στερεί σημαντικά στοιχεία της ανθρώπινης ολότητας. Η αναζήτηση της γνώσης, των βασικών αρχών που διέπουν τον κόσμο και, τελικά, η ίδια η επέκταση των ορίων του ανθρώπινου νου δεν αποτελούν ανάγκες που επιτάσσονται για την συνέχιση της ζωής του, αποτελούν όμως τα στοιχεία που τον διαφοροποιούν από τα ζώα και το ανώτερο μέρος της φύσης του. Η οριοθέτηση αυτών θα ήταν μια πραγματικά στέρηση σημαντικού μέρους της φύσης του ανθρώπου στην ολότητα του και εν τέλει μπορεί όχι της ζωής αλλά του βίου του. Παρουσιάζεται έτσι η επικούρεια ευδαιμονία ως αποστέρηση του στοιχείου που καθιστά τον άνθρωπο ως άνθρωπο, μια ταύτιση του απλού ζην με το ευ ζην.
Η ίδια η μετριοπάθεια προς τα πάθη της ψυχής τίθεται υπό αμφισβήτηση. Το πάθος δεν μπορεί να οριστεί ως εκ φύσεως κακό και ως κάτι που οδηγεί σε ταραχή. Η φιλοσοφία, έξ' άλλου, αποτελεί στην πηγή της ένα πάθος, εναν θαυμασμό προς τον κόσμο και έναν έρωτα προς την κατανόηση του. Ο άνθρωπος «φύσει ορέγεσθαι το ειδέναι» και η αποστέρηση αυτού του ενστίκτου είναι πέρα από επανάπαυση, μια φαινομενική ευδαιμονία. Αυτό το πάθος του έρωτα είναι που κινεί τον άνθρωπο προς ανώτερα και μεγαλύτερα πράγματα, με τον ίδιο εν τέλει μέσω της φιλοσοφίας να μαθαίνει όχι αναγκαστικά να μετριάζει τα συναισθήματα του, αλλά να τα στρέφει προς τα πράγματα αυτά τα οποία αρμόζει. Ο πόνος, η ταραχή, μέχρι και η αποτυχία είναι ουσιαστικά μέρη της ανθρώπινης ζωής τα οποία δεν πρέπει να αποφεύγονται αλλά να ξεπερνιούνται. Δυνατός είναι άνθρωπος που για να βελτιωθεί προσπαθεί συνεχώς να διευρύνει τα όρια του, να κινηθεί προς την ικανοποίηση των πνευματικών του αναγκών. Και βέβαια αυτή είναι μια διαδικασία στην οποία ενυπάρχει τόσο ψυχική ταραχή όσο και πόνος όσο και αποτυχία. Αντί, όμως, να αποφεύγουμε τα εμπόδια σε έναν φιλοσοφικό βίο, θέλουμε να βρισκόμαστε σε μια θέση να τα ξεπερνάμε, γνωρίζοντας πως ένας δρόμος αρετής διόλου στρωμένος με ροδοπέταλα είναι. Η φιλοσοφία πραγματικά μπορεί να χαρακτηριστεί ως έρωτας για την γνώση και όχι ως μέσο πάταξης του φόβου και του πόνου. Θα ήταν έτσι παράδοξο να αντικαταστήσουμε την επικούρεια μετριοπάθεια με τον όρο μετριότητα;
Δεν θα ήταν υπερβολή να αποδώσουμε τον χαρακτηρισμό «νέος» στον φιλόσοφο, αφού η περιέργεια, η αμφισβήτηση και ο έρωτας είναι, πέρα από πάθη, στοιχεία της νεότητας. Και όταν μιλάμε για νεότητα δεν εννοούμε αναγκαστικά ηλικιακή αλλά νεανική διάθεση. Ο φιλόσοφος βρίσκεται σε έναν αγώνα θεώρησης και αναθεώρησης, έρευνας και επανεξέτασης. Η παραίτηση από την συνεχή διάνοιξη νέων οριζόντων είναι πραγματικά στοιχείο γήρατος, στοιχείο παραίτησης και στοιχείο στασιμότητας. Υποθετικά μιλώντας αν ο άνθρωπος δυνόταν να γνωρίσει τα πάντα τότε πιθανόν να ερχόταν σε μια κατάσταση ψυχικής αταραξίας. Αυτό το «αγαθό», όμως, καταρρίπτει πλήρως την ίδια την υποτιθέμενη πρακτικότητα της επικούρειας ευδαιμονίας αφού ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα ευλογημένος αλλά και καταδικασμένος να αναζητά. Αντί, όμως, να υπάρξει συμφιλίωση με το ταξίδι που ο άνθρωπος δια βίου ακολουθεί, ως στοιχείο της φύσης του, ο Επίκουρος προτείνει μια παραίτηση από αυτό, μια άμεση λύση, ή ένα αγαθό που θα βρισκόταν πολύ περισσότερο στο επέκεινα από ότι νομίζουμε. Μια παραίτηση που αποτελεί εξίσωση προς τα κάτω όλων των ανθρώπων πάρα ανάδειξη και εξέλιξη των ξεχωριστών στοιχείων του κάθε προσώπου.
Εννοιολογικά μιλώντας, η ίδια η σκέψη πως η ευδαιμονία ταυτίζεται όχι με την παρουσία κάποιου αγαθού αλλά με την απουσία κάποιου άλλου παρουσιάζεται παράδοξη, αφού το μόνο πράγμα που ορίζεται ως η απουσία των άλλων είναι το μηδέν. Είναι πράγματι αδύνατο να ορίσουμε κάτι ως αυτό που υπάρχει όταν όλα τα άλλα απουσιάζουν, γιατί αυτό δεν μας δίνει καμία επεξήγηση για την ουσία αυτού του ίδιου του πράγματος. Μια έννοια δεν είναι αυτή η ίδια επειδή όλες οι άλλες απουσιάζουν αλλά γιατί κάτι την διαφοροποιεί από τις άλλες, έχει την δική της ουσία. Εννοιολογικά, η ταύτιση της ευδαιμονίας όχι με την παρουσία κάποιου θετικού αγαθού, αλλά με την απουσία ενός κακού, όπως ο πόνος ή η ταραχή, είναι ένας ελλειπτικός ορισμός. Η ευδαιμονία, ως έννοια, φαίνεται να απογυμνώνεται από περιεχόμενο όταν ορίζεται μόνο αρνητικά, ως έλλειψη και όχι ως πληρότητα. Ένα αγαθό δεν μπορεί να ορίζεται απλώς ως η απουσία του κακού αλλά χρειάζεται να φέρει δική του θετική ουσία, κάτι που το καθιστά επιθυμητό όχι μόνο επειδή «δεν είναι πόνος», αλλά επειδή εμπεριέχει κάτι βαθύτερο, δημιουργικό και ζωτικό για τον άνθρωπο.
Η επικούρεια θεώρηση περί ευδαιμονίας, αν και βαθιά ριζωμένη στην επιδίωξη της ψυχικής γαλήνης και της απαλλαγής από τα βάσανα της ζωής, μοιάζει εν τέλει να θυσιάζει στον βωμό της ηρεμίας τον δυναμισμό της ανθρώπινης φύσης. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα ον που αναζητά απλώς την παύση του πόνου, αλλά την ενεργή νοηματοδότηση του βίου του αφού ποθεί να μάθει, να αγαπήσει, να αποτύχει, να μετασχηματίσει. Η φιλοσοφία δεν γεννήθηκε για να υπνωτίσει την ψυχή, αλλά για να την αφυπνίσει, να την οδηγήσει σε μια ευδαιμονία που δεν ταυτίζεται με στασιμότητα, αλλά με διαρκή μεταμόρφωση. Κι αν πράγματι υπάρχει κάποιο ύψιστο αγαθό, αυτό ίσως δεν βρίσκεται στην παύση, αλλά στην κίνηση. Όχι στην αποδοχή του τέλους της αναζήτησης, αλλά στην ίδια την πορεία προς το απροσδιόριστο και το άγνωστο, εκεί όπου ο άνθρωπος συναντά, τελικά, τον εαυτό του.
Φώτης Μποζίκας