Αδίστακτος ο θεριστής του δόλιου κάμπου τούτου,
με πονηριά χαμόγελα να βλέπει τα βλαστάρια του δειλά δειλά να ανθίζουν.
Δες τον με το μένος του τα δύο χέρια του να τρίβει
και την εποχή του θερισμού σαν θεριό να την προσμένει.
Τη ξάστερη νύχτα ο δαιμονας τον ζώνει, τον στοιχειώνει
και εκείνος πάλι γεύεται Δευτέρας παρουσίας αγέρα,
ώρα για αυτόν της λύτρωσης των ασχημόπαπων του.
Αλλά νύχτα σκοτεινή ο Θεός κοντά του πάει και στέκει,
«δες το άνθος το ρόδινο, έρμεο του δρεπανιού σου,
που από τη ζήλια σου φθονείς θεϊκή κομψότητα του».
Τρέμει ο θεριστής σκληρά, ξυπνά το μαύρο άτι,
κι απ’ το κρεβάτι βροντερά σπρώχνει τον Θεό να πέσει.
Λύκος ορέξεων αιματηρών στο φως της σελήνης ουρλιάζει
λόγια σκοτεινά και άγρια με μίσος που θεριεύει:
«κεχαριτωμένε της δικαιοσύνης ποιητή,
υπαίτιε για τα μικρά, τα δόλια τα βλαστάρια,
εγώ μόνο τα κοιτώ με σφίξιμο της ψυχής μου,
τηρώ σαν σε λίμνη καθαρή τη φιγούρα μου να σχηματίζουν.
Αν βλέπω δε τα ανθηρά δρεπάνι βαστώ στο χέρι,
που δεν δύνονταν τα μικρά, κρίνο κάλλους να ανθίσουν.
Και αν τα μικρά κάποτε εφοβήθησαν, τα μεγάλα πλέον ας τρέμουν,
του δρεπανιού μου η λεπίδα ας γίνει ο σπαραγμός τους.»
Δευτέρα παρουσίας η ώρα και αν σημάνει,
το ωραίο πια ας φοβάται του άσχημου το μένος.
Φώτης Μποζίκας