Τούτη τη νύχτα τη βαριά, όπου τα μάτια μου αρνήθηκαν να παραδώσουν την ψυχή τους στο σκοτάδι,
έλαμψε το δέρμα της γλυκά μες στο μεσονύχτι.
Και σαν ο ουρανός, με τη χορωδία των άστρων του, ακούμπησε το χώμα,
πλάγιασε και έραψε με στοργή μια ελπίδα μέσα στο χάος του παλμού μου,
τόσο ηχηρού που ακόμη ταξιδεύει, όπως ο ερημίτης μες σε άγνωστα σοκάκια.
Τα δάχτυλά της, μικρά και λεπτεπίλεπτα σαν μύτη πένας,
χάραζαν μονοπάτια στενά προς έναν παράδεισο
που η ψυχή μου μένει πάντα προ πυλών, καταδικασμένη να μη χωρέσει.
Αγαπητή μου Μούσα,
σε αφήνω τώρα, όσο κι αν πονάει.
Τρέχω μακριά, σε απέραντα νησιά,
γεμάτα λαίμαργους ψαράδες.
Και έτρεχα μακριά
από εκείνον τον παράδεισο που ποτέ δεν θα χωρούσα,
ως την πύλη που έγραφε, με άγιο φως:
«Τούτος που τα μάτια του αγγίξουν τη γαλήνη
καταδικασμένος θα ’ναι το αίμα του
να μη την νιώσει».
Εκεί στάθηκα.
Έγειρα το κεφάλι μου,
για να δω αν θα με κυνηγήσεις,
αν το βήμα σου θα ράγιζε τη γη πίσω μου.
Μα τυφλώθηκα από τη γυαλάδα
των δακρυσμένων ματιών σου·
εκεί, την ύστατη στιγμή,
ορκίστηκα να μείνω.
Σε αγαπώ περισσότερο κι από το αίμα μου,
δε θέλω να κυλά μέσα του παράδεισος,
αν δεν τον χωράς κι εσύ.
Διονύσης Διονυσόπουλος