Η Πολιτεία του Πλάτωνα αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα σημαντικότερα και πιο πολυσυζητημένα έργα στην ιστορία της φιλοσοφίας. Συνδυάζοντας πολιτική θεωρία, ηθική, μεταφυσική και γνωσιοθεωρία, το έργο αναδεικνύει τον πλατωνικό στοχασμό στο σύνολό του. Ανάμεσα στα πιο εμβληματικά του σημεία συγκαταλέγονται η τριμερής δομή της ψυχής και της πολιτείας, η ιδέα του φιλόσοφου-βασιλιά, ο μύθος του σπηλαίου και, φυσικά, η έννοια του Αγαθού.
Ωστόσο, ένα σημείο που συχνά παραβλέπεται είναι η αρχική σκηνή του έργου: οι πρώτες σελίδες, όπου ο Σωκράτης αφηγείται φαινομενικά απλώς το πού βρέθηκε την προηγούμενη ημέρα. Στην πραγματικότητα, η εισαγωγή αυτή είναι φορτισμένη με βαθύτατους φιλοσοφικούς και πολιτικούς συμβολισμούς, λειτουργώντας ως πρόλογος όχι μόνο για το περιεχόμενο της Πολιτείας, αλλά και για τη συνολική πλατωνική θεώρηση της σχέσης ανάμεσα στον φιλόσοφο και την πόλη.
Ο Σωκράτης ξεκινά λέγοντας: «Κατέβηκα χθες στον Πειραιά». Το ρήμα «κατέβηκα» δεν είναι τυχαίο. Στο πλατωνικό σύμπαν, η κάθοδος έχει συμβολική σημασία: εκφράζει τη μετάβαση από τον κόσμο των Ιδεών στον αισθητό κόσμο, από τη θεωρητική σφαίρα του στοχασμού στην πρακτική εμπλοκή με τα κοινά. Πρόκειται για μια συμβολική «επιστροφή» του φιλοσόφου στους ανθρώπους, μία κίνηση που, όπως θα φανεί και στον περίφημο μύθο του σπηλαίου, είναι ηθικά επιβεβλημένη, αλλά όχι πάντοτε ευχάριστη.
Η επιλογή του Πειραιά ως σκηνικό δεν είναι ούτε αυτή τυχαία. Ο Πειραιάς, το πολυσύχναστο και κοσμοπολίτικο λιμάνι της Αθήνας, αντιπροσωπεύει την πολυφωνία, την εμπορική δραστηριότητα, τον δήμο, τη νεωτερικότητα και τη δημόσια ζωή, σε αντίθεση με την Αθήνα, που συμβολίζει τη φιλοσοφία, την εσωτερικότητα και τον στοχασμό. Ο φιλόσοφος, λοιπόν, «κατεβαίνει» από το καθαρό ύψος της διανόησης στον ταραγμένο κόσμο της πολιτικής πράξης.
Η αφορμή της καθόδου είναι η παρακολούθηση μιας θρησκευτικής τελετής προς τιμήν της θρακικής θεάς Βενδίδας. Εδώ ο Πλάτωνας διατυπώνει έναν λεπτό και αιχμηρό υπαινιγμό: ο Σωκράτης, ο οποίος στην πραγματική ζωή κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε για ασέβεια προς τους θεούς της πόλης, παρουσιάζεται εδώ να παρακολουθεί με ευλάβεια μια τελετή μιας «νεοεισαγόμενης» θεότητας, η οποία έχει ήδη επίσημα ενταχθεί στην αθηναϊκή θρησκευτική ζωή. Η ειρωνεία είναι προφανής: η ίδια η πόλη που αποδέχτηκε τη λατρεία της Βενδίδας είναι αυτή που καταδίκασε τον Σωκράτη για εισαγωγή νέων θεοτήτων. Έτσι, ο Πλάτωνας ασκεί υπόγεια αλλά σαφή κριτική στην αθηναϊκή δημοκρατία και στην αυθαιρεσία της απέναντι στον φιλόσοφο.
Αφού παρακολουθήσουν την τελετή, ο Σωκράτης και ο Γλαύκων ετοιμάζονται να επιστρέψουν στην πόλη, μία ανάβαση που θα μπορούσε να συμβολίζει την επιστροφή στη σφαίρα της καθαρής σκέψης και των Ιδεών. Όμως, ένας δούλος τούς σταματά εκ μέρους του Πολέμαρχου, ο οποίος, μαζί με τον Αδείμαντο και άλλους, επιμένει να τους κρατήσει κοντά τους. Όταν ο Σωκράτης αντιπροτείνει πως αν θέλουν να τους εμποδίσουν πρέπει να τους πείσουν με λόγο, ο Πολέμαρχος απαντά: «Δεν μπορείς να πείσεις κάποιον που δεν ακούει».
Αυτή η ανταλλαγή φωτίζει έναν από τους θεμελιώδεις άξονες της Πολιτείας: τη σύγκρουση μεταξύ της δύναμης και της γνώσης. Ο Σωκράτης, φορέας της λογικής, υποτάσσεται, έστω προσωρινα, στην ισχύ των πολλών. Το ποσοτικό υπερισχύει του ποιοτικού, όπως συμβαίνει συχνά στα δημοκρατικά καθεστώτα τα οποία ο Πλάτων δεν αντιμετωπίζει καθόλου θετικά. Το επεισόδιο προοικονομεί τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει ο φιλόσοφος στην προσπάθειά του να μιλήσει στον «δήμο», στο πλήθος που δεν έχει τη διάθεση ή τη δυνατότητα να ακούσει τη φωνή της λογικής.
Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελική απόφαση να παραμείνουν τη λαμβάνει όχι ο ίδιος ο Σωκράτης αλλά ο Γλαύκων, ένας νεαρός και φιλόδοξος συνομιλητής, γεγονός που αποκαλύπτει μια ακόμη διάσταση της πλατωνικής ειρωνείας: στην πολιτική σφαίρα δεν είναι πάντα ο γνώστης που αποφασίζει, αλλά αυτός που βρίσκεται εγγύτερα στο πλήθος. Ο Γλαύκων, ο οποίος θα εκπροσωπήσει στη συνέχεια το θυμοειδές μέρος της ψυχής, πλαισιώνει έτσι τον Σωκράτη (το λογιστικόν) και τον Αδείμαντο (το επιθυμητικόν), προετοιμάζοντας την αλληγορική δομή που θα κυριαρχήσει στο υπόλοιπο έργο.
Τελικά, η αρχή της Πολιτείας δεν είναι μια απλή εισαγωγή. Είναι ένας προσεκτικά δομημένος πρόλογος, όπου όλα βρίσκονται ήδη παρόντα: η ένταση μεταξύ φιλοσοφίας και δημοκρατίας, η ευθύνη του φιλοσόφου απέναντι στην πόλη, η δυσκολία του διαλόγου με το πλήθος, αλλά και η πρόγευση της ψυχολογικής και πολιτικής σύνθεσης που θα ακολουθήσει. Η «κάθοδος» του Σωκράτη είναι η απαρχή ενός εσωτερικού αλλά και πολιτικού ταξιδιού, ενός ταξιδιού που θα θέσει ως τελικό σκοπό τη γνώση του Αγαθού και τη δικαιοσύνη μέσα στον άνθρωπο και στην πολιτεία.
Κείμενο: Φώτης Μποζίκας
Τίτλος: Γιώργος Καζαντζής