Όπως σε προηγούμενο κείμενο είχαμε αναφερθεί ο νόμος και ο κανόνας συμπεριφοράς δεν είναι αυτόχθονες στην ανθρώπινη ύπαρξη αλλά πίσω τους κρύβεται ένα γενεολογικό δέντρο του οποίου η ρίζα βρίσκεται στον φόβο. Σωστά ο Αριστοτέλης υποστηρίζει πως ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον, όμως η κοινωνικότητα του αυτή δεν είναι μια έμφυτη προδιάθεση ή κάποια μεταφυσική πορεία προς την τελείωση της φύσης του, αλλά μια ανάγκη πολύ πιο βαθειά ριζωμένη στην έννοια της δαρβινικής εξέλιξης. Και η εξέλιξη της κοινωνικότητας υπήρξε και το στοιχείο που επέτρεψε στο ειδος μας να επιβίωσει, όπως και η στέρηση αυτού του στοιχείου ήταν αυτό που οδηγησε τα άλλα ήδη homo στην εξαφάνιση. Η τελεολογική αριστοτελική σκοπιά της φύσης θεωρείται πλήρως καταρριφθείσα από την νεότερη επιστήμη. Η φύση δεν οδεύει προς κάποιον σκοπό, προς κάποιο τέλος παρά μόνο ο άνθρωπος θέλει να την ορά με αυτόν τον τρόπο. Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτό που στερείται ο άνθρωπος, σκοπό και τέλος της ζωής του, θέλει να το βλέπει παντού γύρω του. Έτσι, επιστρέφουμε σε μια άποψη για την ανθρώπινη κοινωνικότητα πολύ πιο κοντά σε αυτή που διατυπώνεται στον Πρωταγόρειο μύθο, στην οποία δε ο Χομπς έμελλε να στηριχτεί μετά από αιώνες. Όσον αφορά την ίδια την κοινωνικότητα ας μην υπονοηθεί πως είναι κατακριτέα, πάρα μόνο η ιεροποίηση της.
Ο άνθρωπος, λοιπόν, αναγκάζεται να γίνει κοινωνικό ον για να αποτρέψει τον αφανισμό. Η οργάνωση του κρίνεται αναγκαία για την επιβίωση του από τα υπόλοιπα είδη του ζωικού βασιλείου αλλά και τις φυσικές καταστροφές. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο κοινωνικότητας, ενώ το δεύτερο αφορά την προστασία από τον αφανισμό του εαυτού του, τον αλληλοσπαραγμό. Σε αυτό το δεύτερο επίπεδο κρίνεται αναγκαία η δημιουργία ενός διαιτητή, ενός Λεβιάθαν που θα μονοπωλεί την βία και θα αποδίδει τη δικαιοσύνη. Για να αποφευχθεί η αυθαιρεσία της εξουσίας αυτής ο νόμος παρουσιάζεται ως αντίβαρο που ορίζει το πλαίσιο λειτουργίας του. Έτσι, είναι εμφανές πως ο νόμος περιέχει στο σπέρμα της ύπαρξης του τον φόβο και την καχυποψία αλλά και ένα πολύ σημαντικότερο στοιχείο: την χρησιμότητα. Θα πρέπει να παραδεχτούμε πως η ρύθμιση του νόμου είναι βαθειά συνδεδεμένη με την επιβίωση και έτσι ώστε σε μια πρώιμη ανθρώπινη φάση κάθε τι που θεωρείται νόμιμο είναι αυτό που είναι χρήσιμο για την επιβίωση. Ετσι, μέχρι και αυτές οι ανθρώπινες λειτουργίες που θεωρήθηκαν οι ευγενέστερες, όπως η συνεργασία και ο αλτρουισμός, η περίθαλψη και η πρόνοια δεν είναι παρά στην πραγματικότητα λειτουργίες επιβίωσης απογυμνωμένες από κάθε ηθικό κύρος.
Με την εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης δημιουργήθηκαν νέα χαρακτηριστικά τα οποία δεν ήταν αναγκαία πλέον για το ζην του, αλλά για το ευ ζην. Και όταν ο άνθρωπος σε αυτό το σημείο ξεκίνησε να στέκεται στα δύο του πόδια, σκεπτόμενος πλέον το συμφέρον του ευ ζην του. Η κρισιμότητα αυτού του σημείου είναι σημαντική καθώς ο άνθρωπος διέθετε πλέον τη δυνατότητα να στοχάζεται αφηρημένα, να γίνεται καλλιτέχνης, να γίνεται εξερευνητής και δημιουργός. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ήταν δεδομένο πως κάποια στιγμή θα σκεφτόταν περί της ίδιας της συμπεριφοράς του. Και όταν αυτός ο στοχασμός περι του εαυτού του εκκίνησε, εγένετο φιλόσοφος. Και ενώ η σκέψη του ανθρώπου είναι προικισμένη να βλέπει μοτίβα, επαναλήψεις και περιόδους στη φύση, είναι αποδεδειγμένο πως πολλές φορές θα συμβεί να θέλει περισσότερο ο ίδιος να δει κάτι στον κόσμο, πάρα αυτό το κάτι να υπάρχει εκεί, όπως αναφέραμε και τον Αριστοτέλη στην αρχή του κειμένου. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος μεσω της φιλοσοφίας άλλοτε έγινε δημιουργός της κορωνίδας της ύπαρξης του, και άλλοτε είδε φαντάσματα. Ένα από αυτά τα φαντάσματα, λοιπόν, είναι ο καθολικός κανόνας συμπεριφοράς.
Η τομή στην ιστορία της σκέψης γίνεται όταν ο άνθρωπος παύει να θεωρεί μια πράξη ως χρήσιμη ή μη αλλά την προσδίδει χαρακτηρισμούς όπως ορθή και μη ορθή, όταν μεταφυσικοποιεί την συμπεριφορά του. Με αυτόν τον τρόπο, βέβαια, προσπαθεί να προσδώσει μια αντικειμενική υπόσταση στις πράξεις του, να πατήσει πλέον σε σταθερά θεμέλια τα οποία κανείς δεν δύναται να κλονίσει. Κάθε τι για θεωρηθεί ορθό ή μη, πρέπει να τίθεται ενώπιον κάποιου υψίστου κριτηρίου, κάποιου κανόνα. Με αυτόν τον τρόπο συμβαίνει η μεγάλη μετάβαση: ενώ κάθε τι μέχρι αυτό το σημείο στηριζόταν στη χρησιμότητα αρχικώς του ζην αλλά και στη συνέχεια του ευ ζην, πλέον δημιουργείται ένα αφηρημένο καθολικό καλό το οποίο δεν είναι καλό «ως προς κάτι», αλλά απλώς καλό. Και σε αυτό το σημείο, βέβαια, έγγυται και η μεγάλη προσπάθεια επανάπαυσης του ανθρώπου, με την προσπάθεια ταύτισης διαφόρων εννοιών ως ευνοουμένως καλών. Έτσι συμβαίνει να εμφανίζονται έννοιες οι οποίες μεταβιβάζονται με θετικό πρόσημο στο νου των ανθρώπων, σαν αυτό να είναι αυτονόητο και σαν αυτές να πρέπει να γίνουν καθολικώς αποδέκτες ως αυτουσίως καλές. Εκεί εντοπίζουμε τη γενεολογια του πατριωτισμού, των ιδεών περί εθνών, την αφηρημάδα κάποιας αφηρημένης δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα, ερχόμαστε κοντά στον συλλογισμό του Μαξ Στίρνερ για τις καθολικές, και αυτονόητα καλές ή κακές έννοιες, ο οποίος καταλήγει να είναι ο πρώτος που τις χαρακτηρίζει φαντάσματα. Με άλλα λόγια θα μπορούσαμε να δηλώσουμε κενά γράμματα, εννοιολογικές προβολές που αποκτούν εξουσία επί του υποκειμένου και όπου αυτές υπάρχουν μόνο όσο ο άνθρωπος τις υπηρετεί και τις πιστεύει.
Η προέλευση των κενών γραμματων δεν είναι άλλη από την ανάγκη του ανθρώπου να δει την αξία σε κάποιον δρόμο για να μπορέσει να το ακολουθήσει. Το ζήτημα έγγυται στο γεγονός ότι ο ίδιος θεωρεί μια έννοια εκ φύσεως άξια, χωρίς να κατανοεί πως το υποκείμενο της προσδίδει αξία, αφού αυτή η ίδια είναι δημιούργημα του υποκειμένου, δηλαδή του σκεπτόμενου όντος. Στη φύση ένα διαμάντι δεν έχει καμία παραπάνω αξία από μια πέτρα, όμως μια έννοια, ένας κανόνας έχει αξία δίχως τον άνθρωπο, ως μια καθολική ποιότητα του κόσμου; Ο άνθρωπος για να επιζήσει χρειάζεται να πιστέψει πως η ζωή του έχει κάποια αξία, και από την στιγμή που ο ίδιος την αναγνωρίζει πρωτίστως στον εαυτό του, τότε δίνει και στα πράγματα γύρω του, με κανένα άλλο σκοπό παρά μόνο να εξυπηρετήσει αυτή την πρωταρχική αξία του εαυτού του. Ακόμη και αυτός που υποστηρίζει πως βλέποντας την αξία στα πράγματα γύρω σου αντιλαμβάνεσαι την δική σου, τότε θα πρέπει να του υπενθυμίσουμε πως για να θεωρήσει κάτι άξιο θα πρέπει να προϋπάρχει στο νου του μια έννοια της αξίας.
Ας επαναληφθεί το θέμα του παρόντος κειμένου, δηλαδή η διάθεση του ανθρώπου να βλέπει μοτίβα εκεί που δεν υπάρχουν, ή μάλλον εκεί κυρίως που θα ήθελε να υπάρχουν, μια τάση για επιβολή βούλησης, πριν τη γνώση της πραγματικότητας. Πραγματικά θα ήταν ιδιαίτερα καθησυχαστικό (και κυρίως φαινομενικά χρήσιμο για το μυαλό όσων ταλανίζονται με τέτοιες σκέψεις) να υπήρχε ένας καθολικός κανόνας δικαιοσύνης από όπου όλοι θα μπορούσαμε να κρίνουμε τις πράξεις μας. Κάποιος ο οποίος επιζητά δικαιοσύνη στον κόσμο πιθανόν πει διακηρύξει πως αυτό ο κανόνας θα πρέπει να υπάρχει και εμείς έχουμε καθήκον να τον ακολουθούμε. Η πρόταση αυτή, όσο και να κάνει τους υπόλοιπους να θαυμάζουν το πάθος του βροντόφωνου ρομαντικού, δεν συνεπάγεται πως ισχύει. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι κάτι θα έπρεπε να ισχύει δεν συνεπάγεται πως ισχύει. Συχνά αυτό μπορεί να ιδωθεί ως μια παραίτηση από την αλλαγή του κόσμου, αλλά η ουσιαστική παραίτηση έγγυται στην έννοια του πρέπει, το κενό γράμμα της πνευματικής εξάρτησης. Ο άνθρωπος εξαρτάται από το πρέπει για να νοηματοδοτεί τη ζωή του και ταυτόχρονα να έχει ένα κριτήριο αξιολόγησης των πράξεών του. Μέχρι και αυτό, όμως, υποδηλώνει την ίδια ουσία με κάθε άλλη ανθρώπινη πράξη: τη χρησιμότητα.
Είναι εμφανές πως όσο και αν επιζητά κάποιος να αποστασιοποίησει τις καθολικές αφηρημένες έννοιες ορθού και μη, καλού και μη από την έννοια της χρησιμότητας, είτε αφορά απλώς την επιβίωση αλλά και κυριότερα μια ποιοτική επιβίωση, μια πνευματική επιβίωση, τόσο τελικά αυτός προδίδει τον ίδιο του τον εαυτό, προδίδει τον λόγο που καταλήγει σε αυτές. Αυτός δεν είναι άλλο ότι και του ίδιου του φαίνεται χρήσιμο να υπάρχει μια σταθερότητα στη σκέψη του ή οποία αν επιβληθεί και στους υπόλοιπους στον κόσμο θα υλοποιήσει το όραμα του, την θέληση του. Κάπως έτσι οδηγείται στην γέννηση του «καθ' εαυτού καλού», καθώς με αυτόν τον τρόπο κρύβεται η πραγματική ρίζα προέλευσης του καθήκοντος. Η δε μετέπειτα μεταφυσικοποίηση της ηθικής (καθολικό καλό, καθήκον, ορθότητα καθ’ εαυτήν) αποτελεί προβολή της ανθρώπινης ανάγκης για σταθερότητα και νόημα, όχι ανακάλυψη αντικειμενικών αξιών.
Φώτης Μποζίκας