Ο άνθρωπος, εξαιτίας της σύνθετης ύπαρξης του, μπορεί να θεωρηθεί το πιο ενδιαφέρον από κάθε άλλο ζώο. Ο λόγος που χρησιμοποιώ τη λέξη ύπαρξη αντί για φύση είναι σκόπιμος. Το πρόβλημα της διαπίστωσης της φύσης του ανθρώπου είναι ένα ερώτημα της φιλοσοφιας το οποίο επί χιλιετίες ταλαιπωρεί τους στοχαστές. Και μελετώντας αυτούς μπορεί να κάνεις να διαπιστώσει πως ο καθένας τους ομιλεί για τον άνθρωπο σε μια διαφορετική βάση. Οι διάφορες απόψεις που έχουν διατυπωθεί για το παραπάνω ζήτημα και τα συναφή με αυτό επαφίονται σε μια βαθύτερη σύλληψη που διαφοροποιείται από στοχαστή σε στοχαστή αφού ο καθένας προσπαθώντας να δώσει απάντηση στο ίδιο ερώτημα αποκαλύπτει ένα σημαντικό στοιχείο για τον εαυτό του, μεταφράζοντας το ερώτημα ως εξής: ποτέ ξεκινάω να θεωρώ τον άνθρωπο ως άνθρωπο; Η απάντηση που δίνεται σε αυτό το ερώτημα από τον καθένα καθορίζεται από την ίδια την προδιάθεση του να καταλήξει σε ένα ευνοϊκό γι αυτόν συμπέρασμα. Είναι εμφανές πως αν θεωρήσουμε πως ο άνθρωπος λογίζεται ως άνθρωπος από την χρονική στιγμή που κοινωνικοποιείται, τότε η συνεργασία είναι η μόνη του φύση. Και αυτή η τάση δικαιολόγησης είναι κάτι που θα ειδωθεί συχνά στη συνέχεια. Ο κάθε στοχαστής θέλει να βλέπει τον άνθρωπο με κάποιον τρόπο.
Αναλύοντας το ερώτημα της φύσης του ανθρώπου διαπιστώνω πως οι διαφορές απόψεις διακατέχονται από την τάση να αγνοούν τη λέξη της φύσης και να απομονώνουν τον άνθρωπο σαν ένα στοιχείο διαφορετικό, ένα στοιχείο εκτός φύσης. Και μέσα στο πρίσμα του ερωτήματος συνεπάγεται ο προβληματισμός για την ουσία του ανθρώπου. Η έρευνα της ουσίας του καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη καθώς ο άνθρωπος δεν προέκυψε αυτομάτως αλλά εξελίχθηκε στην σημερινή του μορφή. Η έννοια της ουσίας αφορά όμως κάτι που είναι και δεν αλλάζει, αλλά ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από ένα συνεχές γίγνεσθαι, από μια συνεχής εξέλιξη και η διαπίστωση της ουσίας του θα πρέπει να απέχει από τη συνεχή αλλαγή του. Επειδή ο άνθρωπος είναι τέκνο της φύσης τους θα πρέπει να ανατρέξουμε σε ένα προ-ανθρώπινο στάδιο της φύσης για να ερευνήσουμε ποια χαρακτηριστικά η φύση κληροδότησε στον άνθρωπο. Συνεπώς, από το αρχικό ερώτημα ποια είναι η φύση του ανθρώπου καταλήγουμε στο ερώτημα του εάν υπάρχει κάποια ουσία της φύσης που να αφορά τα ζωικά όντα. Το πρωταρχικό δεδομένο λοιπόν είναι η ανάγκη επιβίωσης, ο ανταγωνισμός των περασμένων όντων για επιβίωση σε έναν πεπερασμένο κόσμο. Και αφού ο ανταγωνισμός της επιβίωσης είναι αναντίρρητο πως βασιλεύει στη φύση, ή μάλλον η φύση βασιλεύει μέσω του ανταγωνισμού, τότε μπορούμε να διαπιστώσουμε πως η αντίθετη του ανταγωνισμού έννοια της συνεργασίας απορρέει από την ίδια την πρωταρχική ανάγκη του ανταγωνισμού. Με άλλα λόγια, η συνεργασία υπάρχει αφ' ενός ως αντίδραση στην απειλή του ανταγωνισμού και αφ' ετέρου αντιδρώντας στον ανταγωνισμό τον εξυπηρετεί. Η έννοια της συνεργασίας δεν θα πρέπει να νοείται ως μια ηθικά ανώτερη μορφή της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς είναι εμφανές πως ποτέ δεν ξεφεύγει από την έννοια του ανταγωνισμού. Γι' αυτόν τον λόγο ο άνθρωπος έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες καταστροφές στον κόσμο, διότι όσο μεγαλύτερες ομάδες δημιουργεί τόσο μεγαλύτερες οι καταστροφές που θα προκύψουν από την αναπόφευκτη σύγκρουση τους. Η σύγκρουση δύο στρατών θα προκαλέσει μεγαλύτερες καταστροφές από την σύγκρουση δύο ατόμων.
Ανατρέχοντας νοητικά στο προειπωθέν αρχέγονο στάδιο πρέπει να συλλογιστούμε το εξής: είναι δυνατόν οι άνθρωποι να ενώθηκαν επειδή διαπίστωσαν μεταξύ τους κάποια θετικά χαρακτηριστικά που τους ενώνουν; Η απάντηση στο νοητικό πείραμα θα πρέπει να είναι αρνητική καθώς πριν την ένωση τους οι άνθρωποι δεν γίνεται να είχαν αναπτύξει κάποιον κοινό πολιτισμό ή συνδετικούς κρίκους μεταξύ τους μη έχοντας καν δημιουργήσει ομάδα ακόμη. Το ερέθισμα που χρειάστηκε για να ενωθούν ήταν κάποιος κοινός εχθρός που πρέπει να αντιμετωπίσουν. Με άλλα λόγια το μόνο κοινό που είχαν μεταξύ τους θα ήταν πως αμύνονταν απέναντι στην ίδια απειλή. Οι πρώτοι άνθρωποι δεν συνεργάστηκαν επειδή είχαν κοινές αξίες, αλλά επειδή απειλούνταν από θηρευτές. Η ομαδική συσπείρωση προέκυψε ως αναγκαστική άμυνα. Άρα, το «εμείς» δημιουργήθηκε μόνο απέναντι σε μια εξωτερική απειλή. Όλα τα υπόλοιπα «θετικά» χαρακτηριστικά που έμελλε να αναπτυχθούν δεν είναι δυνατόν να τους έλκυσαν μη γνωρίζοντας καν την ύπαρξη τους. Τα ίδια αυτά τα χαρακτηριστικά θα πρέπει να θεωρήσουμε πως θεωρήθηκαν ως θετικά λόγω της απώθησης του κινδύνου. Συνεπώς, η έννοια του εμείς δεν μπορεί παρά να προκύπτει ως αντίδραση σε κάτι απειλητικό και διαφορετικό, μια αντίδραση στην ετερότητα. Έτσι, η πρώτη αγέλη που δημιουργήθηκε θα πρέπει να θεωρηθεί ως αναγκαστική και μόνο ως τέτοια. Χωρίς την ύπαρξη του ετέρου, του άλλου, του «αυτοί», η ανάγκη για περιχαράκωση μιας ομάδας δεν υφίσταται. Η γλώσσα, ακόμη, εξελίχθηκε για να ενισχύει τη συνοχή μέσα στην ομάδα και να διαχωρίζει τους «δικούς μας» από τους «άλλους». Αποτελεί μηχανισμό οριοθέτησης και επιβίωσης, όχι πρώτιστα πολιτισμικό επίτευγμα. Και ας σημειώσουμε, βέβαια, πως το αλλότριο, η απειλή δεν είναι ανάγκη να αφορά ένα πρόσωπο αλλά απλώς ο,τι σχετίζεται με την απειλή της επιβίωσης, όπως η έλλειψη τροφής, βασικών ειδών.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η ιστορία δείχνει πως οι άνθρωποι συσπειρώνονται εντονότερα και ευκολότερα όταν απειλούνται από μια εξωτερική ομάδα, όπως οι πόλεις-κράτη των αρχαίων Ελλήνων όταν απειλήθηκαν από τους Πέρσες. Διαφορετικά, όταν η απειλή εξοστρακίζεται η ανάγκη συνεργασίας ατονεί και οι άνθρωποι μοιράζονται σε μικρότερες ομάδες, δημιουργώντας νέους εχθρούς, όπως πάλι συνέβη με τους αρχαίους Έλληνες όταν απώλεσαν τον Περσικό κίνδυνο. Η ανθρώπινη κοινωνικότητα χαρακτηρίζεται από έναν φαύλο κύκλο συνένωσης και διαίρεσης. Όταν λείπει ο εξωτερικός κίνδυνος, ο άνθρωπος εφευρίσκει νέους εχθρούς για να ικανοποιήσει την ανάγκη του για περιχαράκωση, για ταυτότητα. Τελικά, το αίσθημα του ανήκειν απογυμνωμένο δεν φαντάζει τόσο ευγενές και όμορφο. Μάλλον είναι καλύτερο να διατηρεί τα θελκτικά του ρούχα ώστε να προκαλεί την αίσθηση ηδονής όσων το παρατηρούν. Το «εμείς», λοιπόν, λειτουργεί ως καταφύγιο από το «αυτοί» και ποιος καλύτερος τρόπος από την δημιουργία μιας ομάδας από την στοχοποίηση ενός εχθρού, ενός αποδιοπομπαίου τράγου; Αυτός είναι ο τρόπος χειραγώγησης των μαζών, ένας τρόπος να ειπωθεί πως αξίζει να συσπειρωθούμε έστω και υπό το πρίσμα μιας ιδέας η οποία πάντα βρίσκεται σε απειλή. Η πατρίδα βρίσκεται σε απειλή άρα η συσπείρωση γίνεται για χάρη του πατριωτισμού.
Το σχήμα αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί ως απόλυτο καθώς η κοινωνία εξελίσσεται ταυτοχρόνως με το πρόσωπο και με το τελευταίο ως μέρος της. Σκοπός, όμως είναι η υπόδειξη του ενστίκτου που ωθεί το άτομο να εξελίσσεται ταυτόχρονα με την κοινωνία. Αυτό είναι άλλωστε και η ουσία: αυτό που παραμένει αναλλοίωτο πίσω από τα φαινόμενα. Και πως καθορίζεται το μέγεθος της ομάδας; Από τα όσα προηγουμένως ειπώθηκαν θα πρέπει να συμπεράνουμε πως η απάντηση δίνεται αναλόγως του μεγέθους του κινδύνου, υπονοώντας την βαθύτερη όλων των αναγκών, αυτή της αυτάρκειας. Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε πως κάθε ανθρώπινη ενέργεια στοχεύει στην αυτάρκεια, είτε πνευματική είτε υλική. Αυτό μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται παράδοξο εάν συλλογιστούμε πως θεωρούμε τον άνθρωπο το πιο άπληστο των ζώων. Ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να αντιστραφεί εάν σκεφτούμε πως η απληστία δημιουργείται κατόπιν ύπαρξης μιας ανάγκης, έστω και δημιουργίας μιας ψεύτικης ανάγκης. Το αίσθημα αυτάρκειας έρχεται απλώς να ικανοποιήσει. Έτσι, ο άνθρωπος δεν είναι παρά το ον που μπορεί να αντιληφθεί τον κόσμο, δημιουργώντας νέες ανάγκες στον εαυτό του και εύχεται να ήταν αυτάρκης ώστε να τις ικανοποιήσει όλες. Η διευρυμένη συνειδητοποίηση του κόσμου από τον άνθρωπο τον ωθεί στην δημιουργία αναγκών και την αυτάρκεια, την ανάγκη ικανοποίησης τους. Επειδή ο άνθρωπος έχει συνείδηση του μέλλοντος και του θανάτου, η απλή βιολογική κάλυψη (τροφή, στέγη) δεν του αρκεί, με την απληστία να είναι στην πραγματικότητα μια προσπάθεια να γεμίσει το κενό που δημιουργεί η επίγνωση της τρωτότητάς του, ένα επερχόμενο της αυτάρκειας. Η πορεία θα μπορούσαμε να πούμε είναι η εξής: από την ανάγκη οδηγούμαστε στην επιθυμία ικανοποίησης της, από αυτήν στην δράση και τελικά την ίδια την ικανοποίηση της ώστε να επιτευχθεί εν τέλει η αυτάρκεια. Το πρόσωπο είναι το μόνο που τίθεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος καθώς αν πραγματικά ήταν αυτάρκες δεν θα είχε ανάγκη ομάδες.
Ξεκίνησα το κείμενο λέγοντας πως ο άνθρωπος είναι το πιο ενδιαφέρον από κάθε άλλο ζώο. Αυτό δεν περιοριζεται στην υλική επιβίωση αλλά και στην πνευματική, όπως προειπώθηκε, η οποία είναι και η κατ' αρχήν ενδιαφέρουσα. Η υλική ανάγκη για επιβίωση αναγκάζει τον άνθρωπο να πρέπει να επιβίωσει και πνευματικά. Αυτό συμβαίνει διότι πρέπει να διακατέχεται από μια σιγουριά στον εσωτερικό του κόσμο ώστε να μπορεί να πράττει θεωρώντας αυτό που κάνει ως ορθό. Έτσι, η έννοια της ορθότητας δημιουργείται ώστε ο ανθρωπος να μπορέσει να έχει έναν σταθερό οδηγό στις πράξεις του. Και πάνω στην ικανοποίηση αυτής της ανάγκης βασίζονται οι διάφορες ιδεολογίες, που προσφέρουν το μεγάλο αγαθό της συναισθηματικής αυτάρκειας μέσω ενός ολοκληρωμένου συστήματος ως οδηγό ζωής, ως απάντηση στα ερωτήματα που προκαλούν εσωτερική αστάθεια. Γι' αυτόν τον λόγο οι ιδεολογίες είναι προτροπή προς πράξη για την υλοποίηση ενός συστήματος πάρα προτροπή για φιλοσοφικό στοχασμό ο οποίος εν τέλει πιθανόν θα επιφέρει και κριτική της ιδεολογίας. Θα μπορούσαμε να πούμε πως οι ιδεολογίες δεν είναι παρά «λογικά οικοδομήματα» χτισμένα πάνω σε προϋπάρχουσες συναισθηματικές ανάγκες. Η λογική απλώς ντύνει με επιχειρήματα αυτό που το ένστικτο έχει ήδη αποφασίσει για τη δική του ασφάλεια. Και η ανάγκη ύπαρξης μιας αλήθειας, μιας ορθότητας εκκινεί από την σωματική του επιβίωση, όπως προειπωθηκε, εδράζεται στον συναισθηματικό του κόσμο, η επεξεργασία συμβαίνει από το λογικό του και τελικά καταλήγει πίσω στο συναίσθημα ως ικανοποίηση, ως πλήρωση, ως αυτάρκεια.
Η ανάγκη του ανθρώπου για ύπαρξη ορθότητας και της ακολούθησης μπορεί να φανεί ετυμολογικά και στην ίδια την λέξη της αλήθειας. Η αλήθεια είναι μία από τις λέξεις όπου χρησιμοποιείται το στερητικό άλφα για να δηλώσει έναν όρο θετικό στο μυαλό των ανθρώπων, την στέρηση της λήθης, της άγνοιας. Σε αντίθεση έρχονται όλες οι λοιπές λέξεις που χρησιμοποιούμε με στερητικό άλφα, όπως άδικο, ανήθικο, άχρηστο. Η λήθη, το χάος φαίνεται να είναι η φυσική κατάσταση των πραγμάτων και η αλήθεια είναι ο τρόπος που το ανθρώπινο μυαλό υπερνικά τον κόσμο γύρω του. Δεν έχει πραγματικά ιδιαίτερη σημασία για τον άνθρωπο εάν υπάρχει πραγματικά κάποια αλήθεια, καθώς η ανάγκη του θα δημιουργούσε μια σε κάθε περίπτωση, για να μπορέσει να βάλει σε τάξη τον κόσμο γύρω του. Η πίστη του σε κάτι πραγματικό, σε έναν τρόπο ερμηνείας του κόσμου είναι ο βαθύτερος του ψυχικός καταυνασμός, και η αλήθεια τελικά δεν είναι παρά μια πίστη. Η ίδια η έννοια της αποκαλύπτει την εσωτερική αυτή ανάγκη του ανθρώπου να πιστεύει πως υπάρχει κάτι που αναιρεί την λήθη γύρω του, είναι μια θυμική προδιάθεση του.
Επειδή η λογική, όμως, σκοπεύει στην ικανοποίηση της συναισθηματικής ανάγκης του ανθρώπου για σταθερές αρχές και αποφυγή συνεχούς εσωτερικής σύγκρουσης μπορεί να γίνει διακριτό πως αυτή δεν έχει καμία αμερόληπτη και «αποδεσμευμένη» κρίση αλλά σκοπος της είναι η εξυπηρέτηση ενός εσωτερικού συμφέροντος. Εάν υποθετικά υπήρχε ένα απολύτως λογικό ον δεν μπορώ να διανοηθώ για ποιον λόγο θα ασχολούταν με τις έννοιες του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους ηθικά, αφού αυτές είναι ανούσιες εάν δεν υπάρχει κάποιο συμφέρον επιβίωσης, συναισθηματικής ή απλώς σωματικής. Η ανάγκη του ανθρώπου για ύπαρξη ορθότητας και της ακολούθησης μπορεί να φανεί ετυμολογικά και στην ίδια την λέξη της αλήθειας. Η λογική, συνεπώς, είναι ο τρόπος δικαιολόγησης του ανθρώπινου εσωτερικού συμφέροντος και οι κρίσεις της δημιουργούνται με σκοπό της ικανοποίηση της ανάγκης συναισθήματικής σταθερότητας και με βάση της προσωπικές και πανανθρώπινες προδιαθέσεις. Οι πρώτες αφορούν τα προσωπικά βιώματα και οι δεύτερες την εξέλιξη του ίδιου του είδους.
Συμπερασματικά, ο ανθρώπινος εσωτερικός κόσμος βρίσκεται ανάμεσα σε μια τραγική διαμάχη δύο λογοτεχνικών ηρώων: του Άμλετ και του Δον Κιχώτη. Ο Αμλετ είναι ο αναποφάσιστος ήρωας που έρχεται αντιμέτωπος με τη διαφορά σκέψης και πράξης όντας ανασφαλής για κάθε απόφαση του, οδηγούμενος εν τέλει να μην πράττει τίποτε. Κοίτα κατάματα την ματαιότητα και το παράδοξο της ζωής. Ο Δον Κιχώτης από την άλλη βλέπει τον κόσμο γύρω του όπως ο ίδιος θα ήθελε να είναι, φοράει τα γυαλιά ώστε να κοιτάει τον κόσμο κατά το συμφέρον του και τελικά να εκπληρώνει την πληρότητα του εσωτερικού του κόσμου, να κατευνάσει το θυμικό του. Ο Αμλετ είναι πρακτικά άκακος, αλλά δυσκολεύεται στην επιβίωση, ενώ ο Δον Κιχώτης αιμοσταγής, όχι για κανέναν άλλον λόγο αλλά γιατί έχει σταθερές αρχές, σταθερές πεποιθήσεις και είναι διατεθειμένος να θυσιάσει τα πάντα γι' αυτές, είναι πεινασμένος για συναισθηματική ικανοποίηση. «Φοβού τον άνθρωπο του ενός βιβλίου», τον άνθρωπο που στηρίζει τις πεποιθήσεις του πάνω σε ένα βιβλίο, σε μια ιδέα, σε μια πεποίθηση. Ο δογματικός είναι ο πεινασμένος άνθρωπος που προσπαθεί να ικανοποίηση της εσωτερικής του πείνας. Η ανάγκη για βεβαιότητα είναι το όπλο που στρέφει ενάντια στους άλλους για να νιώσει ασφαλής και οι αρχές του οι μεγαλύτεροι μηχανισμοί άμυνας του συναισθηματικού του κόσμου. Αυτός είναι και ο λόγος που κάποιος επιλέγει να θυσιάσει τη ζωή του για μια ιδέα, διότι προτιμά να πράξει με βάση τις πεποιθήσεις του παρά να συνεχίσει να ζει αντιμετωπίζοντας μια εσωτερική κρίση, το φαινόμενο Άμλετ. Πιο είναι πιο τρανό παράδειγμα γι'αυτό από τον θάνατο του Σωκράτη; Ο Αθηναίος κατηγορούσε τους συμπολίτες του ως Δον Κιχώτες και του ωθούσε προς τον Άμλετ, και τελικά ο ίδιος επιλέγει να αυτοκτονήσει για να μην οδηγηθεί στο ίδιο αποτέλεσμα που καλούσε τους συμπολίτες του να έρθουν, για να μην οδηγηθεί και ο ίδιος στην υπαρξιακή κρίση του Άμλετ. Η δικαιολογία της λογικής του είναι πως πεθαίνει για τη δικαιοσύνη. Αυτή είναι η βαθύτερη ειρωνία αυτού που κατέβασε τη φιλοσοφία από τον Ουρανό στη Γη.
Ο άνθρωπος είναι ένα ον σε διαρκή φυγή από το χάος, ένα φοβισμένο ον σε έναν κόσμο που διαρκώς τον απειλεί. Έτσι, ο εσωτερικός του κόσμος προσπαθεί να υπερνικήσει το ίδιο εμπόδιο όπως και το σώμα του ανθρώπου, την έλλειψη αυτάρκειας, απλώς με πιο σύνθετο και λανθάνοντα τροπο. Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τη συνεργασία για να νικήσει τη φύση, τη λογική για να δικαιολογήσει το θυμικό του και την ιδεολογία για να νικήσει τη ματαιότητα και την αναποφασιστικότητα της πράξης. Αν πραγματικά σκοπός της φιλοσοφίας είναι το γνωστό ρητό «γνώθι σαυτον», τότε το πρώτο μέλημα του σκεπτόμενου δεν θα έπρεπε να είναι να πραγματικά κάνω κάτι καλό αλλά γιατί θέλω να πιστεύω πως αυτό που κάνω είναι καλό.
Φώτης Μποζίκας