Έρωτες μικροί σε σιωπηλές κορφές, ερήμων ανθρώπινων χαμένων,
ακονίζει το βέλος του ο στοχευτής από θρόνο λουσμένο σε πορφύρα
και φέρνουν άνοιξη βαριά τα κάθε άνοιξης αηδόνια,
σαν αρπακτικά πότε πότε κρυφά γελούν που τρώνε από τα πτώματα.
Και να σου το πρώτο από αυτά γλιστρά, τώρα θα έρθει και το δεύτερο,
το τελευταίο θα δει άλλωστε τους έρωτες του να πεθαίνουν.
Και η ανοιξη βαριά θα πέσει, μαζί τους κατάχωμα κουρνιάζει
σε τραγικό θεάτρου σκηνικό, ανήμερα κατάμαυρου τοπίου.
Ευτυχισμένα γλυκά κοιτούν τα πτώματα ερημικό ουρανό,
σαν να αναπολούν παλιότερα την άνθηση της φύσης.
Στο τελευταίο αιδόνι έλαχε σπαρακτικό τραγούδι.