Σε θυμάμαι, πως να σε ξεχάσω;
Ανώριμος μικρός έτρεχα στην αμμουδιά σου και κάθε κάψιμο του ήλιου μια πικρή ανάμνηση.
Στενός ο νους μου να αντιληφθώ πως η θάλασσα με φθείρει σαν παλιό ξεθωριασμένο καλάμι,
να ψάχνω για στεριά, μα σαν στέριωσα και έγινα βουνό, Mare πάντα να με καλείς.
Και σκάλα σκάλα διστακτικά οδεύω με οδηγό την γλυκιά σου μελωδία των κυμάτων,
πότε μικρά και δροσερά, πότε μεγάλα τρομερά.
Φοβαμαι να σε πλησιάσω γιατί πλέον αγκάλιασες τούτο το νησί που κάποτε προσπάθησα να γίνω.
Και μήπως τύχει και του μοιάσω, κόβω λίγο λίγο τα δέντρα μου,
σκάβω τα αμέτρητα μου όρη μπας και σε ξεγελάσω.
Μα εγώ κοντά στον ουρανό και 'συ η στάθμη των πάντων, εσύ παλοίρρια που ένα φεγγάρι κυνηγά και 'γω μονάχα ησυχία.
Διονύσης Διονυσόπουλος