Κενό απροχώρητο η καρδιά μου, όπου βήματα άναρχα και σαλεμένα πια ηχούν. Στο κουφό μου στόμα πλέον στάζουν δάκρυα ακρωτηριασμένων και ήχοι μοναξιάς σε τόνους υψηλούς.
Μα σαν ξεχειλίσουν απ' τα χείλη σου πάντα να βαθαίνουν, και στα καταχνιασμένα χαρακώματα που ονομάζω τρέλα, σαν Μοίρα βαδίζεις• λες και σταμάτησαν οι κρότοι γύρω μας.
Να ράψεις 'κείνες τις ουλές, που κάθε φορά που θυμάται ο ήλιος την ύπαρξη μας, άφηνες να ανοίξουν, μα κάθε νύχτα πού 'πεφτε φρόντιζες να κλείσουν.
Σκότωσε με, στην ελπίδα του θανάτου να σιωπάσουν οι δαίμονες. Κι αν μαχαίρι στο λαιμό μου αδυνατείς να βάλεις, πέτα στην πυρά τούτο το μαντήλι, κακός οιωνός από την γη να φύγει.
Ας κάψεις και την παραφροσύνη των ποιημάτων μου και ας είμαι εγώ το τελευταίο τους θύμα. Να καεί ο καημός μου που με λατρεία γυροφέρνει το πρόσωπο σου.
Δυσοίωνη αγαπητή, δεν ξέρω αν υπάρχεις. Μα σαν όλα γίνουν κάρβουνο το μόνο που βαστάω είναι ένα κειμήλιο• υπόσχομαι δεν ήταν ποτέ δικό μου.
Διονύσης Διονυσόπουλος