Μήνα πρώτε του καλοκαιριού,
μήνα της κολάσεως, αντιρομαντικέ,
που θρέφεσαι από αδιάφορα φιλιά
και άρρωστες, σχεδόν νεκρές, αγκαλιές.
Ντύνεις, πριν έρθει η ώρα σου να κάψεις,
τα παγκάκια με προσανάμματα ανθρώπινων ελπίδων.
Και ψυχές γεμάτες ρεαλισμό
σπρώχνεις δυο δυο στην πυρά.
Συλλογίζομαι, λοιπόν και εγώ,
μήπως η στάχτη είναι η μόνη τους πατρίδα;
Περίμενε, αγαπημένη μου.
Άκουσες φωνές που οδεύουν
σε αιματηρά, καυτά πεδία μάχης.
Ξεγελάστηκες από κείνον τον άχαρο μήνα.
Μα το χειρότερο…
Φύτεψες τις ελπίδες σου στα άγονα παρτέρια του.
Αφέσου μήπως μας προφτάσει ο άλογος χειμώνας,
τούτος ο τρελός που τόλμησε να περπατήσει στα αποκαΐδια της άνοιξης.
Αφέσου κι ίσως οι πρώτες νιφάδες του χιονιού μας βρουν αγκαλιασμένους,
και πέφτοντας κι αυτές ζηλέψουν να βρεθούν στην αγκαλιά σου.
Σε τούτη που πλάνταζα,
με τα μαλλιά σου λουσμένα από τα δάκρυα μου.
Αχ…
Να μας εύρισκε μαζί
ο ρομαντικός χειμώνας.
Διονύσης Διονυσόπουλος