Επιδιδόμενος στην έρευνα της έννοιας της ηθικής οφείλω κάθε στιγμή να ομολογώ το τεράστιο άνοιγμα προσοδοφόρου εδάφους για φιλοσοφική αναζήτηση. Καθώς, όσο πιο πολύ πράγματι εναντιώνεσαι σε κάτι, τόσο πιο κοντά σου το φέρνεις, τόσο πιο προσωπική γίνεται η συνομιλία και τόσο πιο πολύ το αγαπάς. Σε τελική ανάλυση αγαπάς περισσότερο τον ίδιο τον άνθρωπο γιατί, ας μην γελιόμαστε, η ανάγκη του για αυτοδέσμευση είναι μια βαθύτερη αναζήτηση της φύσης του. Αυτή η σύνθεση, άλλωστε, ίσως να είναι και η έρευνα της φιλοσοφίας. Ο Θεός χρειάζεται τον διάβολο και ο φιλόσοφος χρειάζεται τον εχθρό του για να συνομιλήσει, χρειάζεται κάποιον να αμφισβητήσει. Και αυτός που γίνεται ο στόχος της αμφισβήτησης του είναι η μεγάλη του αγάπη, ο μεγάλος του έρωτας, επειδή ακριβώς είναι τόσο διαφορετικός αλλά και όμοιος από αυτόν θέλει να τον προσεγγίσει και να τον κλονίσει. Σε αυτή τη διαδικασία δεν τον κινεί το μίσος του γι' αυτόν, αφού τίποτα δεν μπορεί να χτιστεί πάνω σε κάτι μισητό, αλλά ο έρωτας προς τον άνθρωπο, ένας οπτιμισμός. Ο,τι λοιπόν και αν κατακριθεί παραδέχομαι πως ο στόχος της αμφισβήτησης, είτε είναι ο νόμος είτε είναι η ηθική είτε είναι ο Θεός, είναι φίλος μου στενός καθώς μου επιτρέπει να φιλοσοφήσω, μου επιτρέπει να γνωρίσω πιο πολύ τον άνθρωπο.
Το πιο ενδιαφέρον ζήτημα στα θέματα ηθικής δεν είναι, όπως μπορεί να φαίνεται σε πολλούς, η επίλυση ενός ηθικού διλήμματος ή η επιλογή κάποιας ηθικής θεωρίας αλλά το για ποιον λόγο ο άνθρωπος νιώθει την ανάγκη προσκόλλησης σε μια θεωρία, όπως και το ποιες είναι οι προδιαθέσεις του, ποια είναι η κινητήρια δύναμη που κάνει τον ίδιο να βούλεται να γίνει ηθικός. Για να συνοψιστεί πιο ευδιάκριτα: η ψυχολογία του ηθικού. Και αν πραγματικά η ηθική ήταν μια σύλληψη αμιγώς διανοητική, αμιγώς πνευματική τότε σίγουρα δεν θα παρουσίαζε το ίδιο ενδιαφέρον. Για καλή μας τύχη, η ηθική είναι μια διαδικασία που αφορά την βούληση του ανθρώπου. Και όχι οποιαδήποτε βούληση αλλά την βούληση για επιβολή του στον κόσμο. Το ότι ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό από όλα τα ζωικά όντα εύκολα μπορεί να αποδειχτεί αν σκεφτούμε πως είναι ο μόνος ο οποίος μπορεί να στοχάζεται περί τους αυτού του. Θέτοντας σε κριτική την ίδια του την ύπαρξη το πώς είναι ο ίδιος με το πώς θα ήθελε να είναι ο ίδιος έρχονται σε μια συνεχή αντίφαση. Ο άνθρωπος επειδή στοχάζεται για τον εαυτό του βρίσκεται σε μια εσωτερική τραγική διαμάχη μεταξύ δύο φωνών, κάτι που για κάθε άλλο μέρος της φύσης είναι ανήκουστο. Για κάθε άλλο μέρος της φύσης τα πράγματα απλώς είναι, ο άνθρωπος θέλει να τα ρυθμίσει πρωτίστως εσωτερικά και δευτερευόντως εξωτερικά, όπως θα έπρεπε να είναι, παραλείποντας συχνά την ίδια την πραγματικότητα. Ιδού και η ειδοποιός διαφορά από κάθε άλλο φιλοσοφικό κλάδο: η ηθική δεν μελετά την φύση αλλά προσπαθεί να επιβάλει το ανθρώπινο στοιχείο σε αυτή.
Επειδή δε είναι γνωστό πως ο άνθρωπος δεν φύτρωσε από την γη αλλά η ύπαρξη του σήμερα οφείλεται σε μια μακρόχρονη εξέλιξη είναι δεδομένο πως τα ένστικτα του, η άλογη και θυμική του φύση προϋπάρχει κατά πολύ της λογικής του. Αυτά τα λανθάνοντα σήμερα ένστικτα αποτέλεσαν τα εργαλεία του για την επιβίωση του καθώς του έδειχναν σημάδια που τον οδηγούσαν στην επιβίωση του. Για να μπορέσει ο άνθρωπος να επιβιώσει οφειλε να κατανοεί πρωτίστως τι θα το συνέφερε ώστε να επιβιωσει. Και επειδή αυτά τα αρχέγονα ένστικτα επιβιώνουν στην ψυχή του ανθρώπου, ακόμη και όταν κάνει πλήρη χρήση της λογικής του δεν αποδεσμεύεται ποτέ από αυτά. Ένα όμως είναι κοινό για την ρίζα αυτών των αισθημάτων, το ότι λειτουργούν ως αντίδραση στην απειλή. Επειδή η επιβίωση έθεσε τα είδη σε έναν ασφυκτικό κλοιό ανάγκης προσαρμογής είναι λογικό πως το βέλτιστο για το κάθε είδος θα προέκυψε αφού πρώτα βιώθηκε το χείριστο. Θα ήταν ανάρμοστο να υποστηρίζαμε πως η φύση προίκισε τα είδη με μια κάποια έμφυτη a priori γνώση που θα οδηγούσε στην επιβίωση τους γνωρίζοντας αμέσως τι είναι καλό γι αυτά, εκτός αν θέλουμε να εμπλακούμε με θεολογίες. Αυτό που ονομάζουμε σήμερα ως a priori γνώση του σύγχρονου ανθρώπου δεν πρέπει να νοηθεί ως κάτι που υπάρχει αφηρημένα, αλλά ως κάτι που κατέληξε να υπάρχει. Η φυσική πραγματικότητα υπήρξε πολύ σκληρότερη καθώς ο κίνδυνος της συνεχούς απειλής ανάγκασε τα είδη και τελικά τον άνθρωπο να βρουν διεξόδους προσαρμογής. Μια αντίδραση, πιο εκλεπτυσμένη αλλά από την ίδια ρίζα, υπήρξε και η ηθική.
Εκτός, όμως, της ιστορικής απαρχής της ηθικής, υπάρχει και η ίδια η ουσιαστική αρχή της ηθικής, αυτή που συμβαίνει στον άνθρωπο ο οποίος θέλει να δεσμεύεται. Σε προηγούμενο κείμενο είχε γίνει αναφορά για το αίσθημα ενοχής που προϋπάρχει της ηθικής. Η περαιτέρω διερεύνηση μας βοηθάει δε να βρούμε περισσότερα ερίσματα. Παίρνοντας τα πράγματα με τη σειρά, έχει διαπιστωθεί κατ' αρχήν πως η ρίζα της ηθικής έγγυται στο να μπορεί ο άνθρωπος να σκέφτεται τον εαυτό του στη θέση κάποιου άλλου υποκειμένου, αυτό που απλούστατα θα λέγαμε ως το ότι κάποιος μπαίνει στη θέση του άλλου. Η ενσυναίσθηση, λοιπόν, είναι η απαρχή που οδηγεί τον άνθρωπο στην σκέψη των πράξεών του. Αυτή η έννοια της ενσυναίσθησης είναι στενά συγκεχειμένη με την έννοια του αισθήματος δικαίου. Οι άνθρωποι με υψηλή ενσυναίσθηση νιώθουν μια υποχρέωση προς τους άλλους την οποία δεν την επέλεξαν και τους βασανίζει, γιατί η ενσυναίσθηση τους έχει προκύψει πολυ πριν την ανάπτυξη του λογικού τους. Είναι ξεκάθαρο ότι η έννοια της υποχρέωσης δεν υπάρχει πουθενά παρά μόνο στον άνθρωπο, στο νου του, κι όμως οι άνθρωποι αυτοί βιώνουν την υποχρέωση σαν να είναι κάτι πραγματικό, ένα μέρος της φυσης. Η ενσυναίσθηση απογυμνωμένη από κάθε άλλο χαρακτηριστικό που μπορεί να της προσθέτουμε σήμερα, δεν αποτελεί κάτι άλλο πέρα από ένα προσωπικό βάρος. Επειδή, λοιπόν, αυτό το βάρος είναι προσωπικό και κάποια «σεισάχθεια» είναι πολύ δύσκολο να έρθει από το ίδιο το πρόσωπο, ο ενσυναισθητος άνθρωπος προσπαθεί να αποβάλλει το βάρος του, να το διοχετεύσει κάπου ώστε αυτό να πάψει να τον βασανίζει. Όπως ακριβώς κάποιος πολύ θυμωμένος έχει την ανάγκη διοχέτευσης του βάρους του εσωτερικού θυμού του για την απαλλαγή του από αυτό, ο ενσυναίσθητος έχει την ίδια ανάγκη απαλλαγής. Η προσφυγή αυτού, όμως, θα συμβεί κάπου εντελώς διαφορετικά από την περίπτωση του θυμωμένου.
Η σεισάχθεια θα συμβεί μέσω της καθολίκευσης των όσων συμφέρουν και απαγόρευσης των όσων δεν συμφέρουν την ενσυναίσθηση του. Η καθολίκευση, λοιπόν, η δημιουργία καθολικών και οικουμενικών ηθικών νόμων είναι η προσπάθεια του ενσυναίσθητου ανθρώπου να πάψει να βασανίζεται από το βάρος της συνείδησης του, ή για να διατυπωθεί πιο εύγλωττα θα λεγαμε πως εκεί που το αίσθημα δικαίου γίνεται αναπάντεχο ψάχνει διεξόδους για να το μεταβιβάσει. Ο άνθρωπος που κρατάει το αίσθημα της ευθύνης του αγωνίζεται για την καθολικευση του, γιατί, αν όλοι πρέπει, τότε δεν είμαι μόνος που σηκώνω το πρέπει, δεν είμαι μόνο εγώ αυτός που έχει ευθύνη. Τι είναι, λοιπόν, ο ψυχικός οικουμενισμός πέρα από την ανάγκη ψυχικής ανακούφισης; Και βέβαια παγιδευμένος στην εσωτερική του ειρωνία, όσο περισσότερο κάποιος πιστεύει ότι υπηρετεί το καθολικό, το καλό για όλους, τόσο περισσότερο προσπαθεί να ανακουφίσει το ιδιωτικό του βάσανο. Ο ψυχικός οικουμενισμός, έτσι μας αποκαλύπτει το πρόσωπο του καθώς δεν δημιουργείται παρά τη στιγμή που η ευθύνη, αδυνατώντας να αντέξει τον εαυτό της, ζητά να γίνει κοσμοθεωρία. Ο πόνος του άλλου δεν είναι πληροφορία, είναι αντήχηση και η προσπάθεια για καθολικούς κανόνες είναι, στην πραγματικότητα, μια προσπάθεια να ρυθμιστεί το εξωτερικό περιβάλλον ώστε να σταματήσει να προκαλεί εσωτερικό πόνο στο υποκείμενο. Απόδειξη γι' αυτά ίσως να είναι και τα συχνά παραδείγματα που θέτει κάποιος για να μιλήσει για ηθική «εάν αυτό γινόταν στην οικογένεια σου; Εάν αυτό το έβλεπες μπροστά σου κλπ». Όχι για άλλο λόγο αλλά γιατί ο ίδιος που ασκεί την ερώτηση αποκαλύπτει το πώς ο ίδιος βιώνει την ηθική του, δηλαδή μέσω του φόρτου της ενσυναίσθησης. Ο ομιλητής δεν προσπαθεί να πείσει τη λογική του άλλου, αλλά να μεταφέρει το δικό του θυμικό φορτίο. Πρόκειται για πρόσκληση σε συμμετοχή στο ίδιο βάρος. Το ίδιο, βέβαια, αν και με λανθάνοντα τρόπο, συμβαίνει και στα λογικά επιχειρήματα περί ηθικής υποχρέωσης, καθώς αυτός που προσπαθεί να πείσει καταλήγει στο ότι εάν δεις την τάδε κατάσταση έχεις ευθύνη να πράξεις ή όχι το δείνα. Με άλλα λόγια πρέπει αυτή η κατάσταση να σε βαραίνει.
Παράλληλα, η κοινή αντίληψη είναι πως η ενσυναίσθηση είναι ένα αίσθημα που αφορά άμεσα την αγάπη και την βοήθεια προς τον αδύναμο. Και ενώ αυτό είναι σε γενικές γραμμές το αποτέλεσμα, οι ρίζες της δεν έχουμε κανένα λόγο να θεωρήσουμε πως βρίσκονται περισσότερο στην αγάπη από ότι στο μισός. Η θέαση μιας πράξης σκληρότητας δεν προκαλεί ως πρώτη αντίδραση μια αγάπη για το θύμα, αλλά ναυτία και μίσος για τον θύτη, ως φορεα της απειλής και του κινδύνου. Η ταραχή αυτή συμβαίνει στη συνέχεια να εστιάζεται και να δικαιολογείται ως αγάπη για το θύμα, ως ένα ηθικό καθαρτικό που δεν πηγάζει από μια αφηρημένη καλοσύνη αλλά την αντίδραση ως προς το αρχικό μίσος προς τον θύτη και την ίδια την πράξη του. Αυτή είναι και η προσπάθεια για την συντήρηση της εσωτερικής αρμονίας του ίδιου του θεατή. Με άλλα λόγια, μισούμε τον θύτη επειδή μας θυμίζει το μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, άρα και εμείς οι ίδιοι, και τελικά αγαπάμε το θύμα για το τι είναι δυνατόν εμείς οι ίδιοι να πάθουμε. Βλέποντας ένα κομμάτι του εαυτού μας στο πρόσωπο του καθενός γίνεται αντιληπτό πως στο πρόσωπο του θύτη υπάρχει το μέρος που εμείς αποστρεφόμαστε, σαν ο θύτης να είναι ο καθρέπτης μας και η απέχθεια στη σκληρότητα του είναι ο φόβος της ανθρώπινης φύσης, στην οποία και ο ηθικός μετέχει. Σχηματικά ακολουθούμε την εξής διαδικασία: ερεθιζόμαστε από γεγονός που προκαλεί απέχθεια, αντιδρούμε με οργή για την απειλή αυτής της δυσαρμονίας και μετουσιώνουμε αυτή την οργή σε ηθικό καθήκον και αγάπη. Καλός άνθρωπος με βάση αυτά είναι αυτός που έχει και την μεγαλύτερη απέχθεια προς το κακό, πάρα αυτός που διακατέχεται από ευγενικά αισθήματα.
Όπως προειπώθηκε η παραπάνω ερμηνεία θα ήταν τελείως άτοπη αν η ηθική προερχόταν από μια αμιγώς διανοητική διαδικασία του ανθρώπου, δηλαδή εάν ο ανθρώπινος λόγος ήταν πλήρως αποδεσμευμένος από οποιαδήποτε άλλη θυμική φύση. Στην περίπτωση, όμως, αυτή ο συναισθηματικός κόσμος που ερεθίζεται από τα βιώματα, το αίσθημα απέχθειας προς ορισμένες καταστάσεις και το αίσθημα έγκρισης προς άλλες, προηγούνται από την οποία επεξεργασία τους από το λογικό. Τα βιώματα αυτά είναι που δημιουργούν στον άνθρωπο προδιαθέσεις οι οποίες στη συνέχεια θα χαρούν επεξεργασίας από τον νου. Πρώτου δε συμβεί αυτή η επεξεργασία ο νους έχει προσβληθεί από τις προδιαθέσεις με αποτέλεσμα η κρίση του να απέχει της αμεροληψίας. Και στην περίπτωση της ηθικής, η λογική έρχεται να δικαιολογήσει την προδιάθεση, και τελικά το ίδιο το αίσθημα της ενσυναίσθησης. Η λογική, η οποία καθολικεύει την προσωπική υποχρέωση επέρχεται σε ένα δεύτερο στάδιο όπου ο ηθικός προσπαθεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του, μια διαδικασία βαθειά ριζωμένη στην εγωιστικότητα. Συμπερασματικά, η θέση είναι πως η ηθική δεν είναι δυνατόν να προέρχεται από κάποια αυτόδέσμευση του λογικού μέρους του ανθρώπου. Για ποια αυτόδέσμευση να γίνει λόγος αφού ο άνθρωπος δεν επιλέγει την ευθύνη της ενσυναίσθησης του, δεν επιλέγει να υποχρεούται; Είναι ήδη παντρεμένος με αυτήν, από νεαρή κι όλας ηλικία. Η κατηγορική προσταγή δεν είναι η κορυφή της ελευθερίας, αλλά η ορθολογικοποίηση ενός ψυχικού καταναγκασμού, παύοντας να είναι ο θρίαμβος του Λόγου γίνεται το απόλυτο οχυρό ενός ανθρώπου που αναγκάστηκε να ζει με την ευθύνη πριν καν την κατανοήσει. Έτσι, μετατρέποντας την προσωπική ευαισθησία σε καθολικό νόμο, το υποκείμενο υποχρεώνει το περιβάλλον να γίνει ασφαλές για τα δικά του νεύρα.
Επειδή, συνάμα, ο άνθρωπος εκκινεί και ολοκληρώνει την ύπαρξη του με βάση το βίωμα είναι άτοπη η συζήτηση για οτιδήποτε δεν περιλαμβανει μέσα του το εγώ. Η πιο ευγενική πράξη δεν είναι μια θυσία του «εγώ» για το «εσύ», αλλά μια επένδυση του εαυτού για τη δική του γαλήνη. Οι πιο αλτρουιστές είναι και οι πιο εγωιστές άνθρωποι ταυτόχρονα, αφού με αυτόν τον τρόπο θεωρούν πως φροντιζουν τον εαυτό τους. Αν δεν υπήρχε το εγώ, ή αυτό ήταν εξ ολοκλήρου απαθές δεν θα υπηρχε καμία ανάγκη για την φροντίδα του εσυ. Ο άνθρωπος, όμως και λόγω της μακρόχρονης κοινωνικής πορειας του που τον θέλει να λαμβάνει ορισμένα πράγματα ως απλώς δεδομένα, πλέον δεν βλέπει τα δεσμά του. Βλέπει το οικοδόμημα και το ονομάζει «Ελευθερία» ή «Πολιτισμό». Η ειρωνεία είναι πλήρης αλλά και συγκινητική διότι η ηθική είναι η στιγμή που ο αλυσοδεμένος πείθει τον εαυτό του ότι οι αλυσίδες του είναι το στέμμα του. Αυτές είναι βέβαια παρούσες και στο κοινωνικό επίπεδο όπου η ηθική γίνεται το κοινό ψέμα που επιτρέπει σε δύο αγρίμια να ζουν στο ίδιο κλουβί χωρίς να αλληλοσπαράσσονται. Αν λοιπόν η ηθική είναι η ορθολογικοποίηση του ψυχικού καταναγκασμού, τότε ο ελεύθερος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που δεν έχει ηθική, αλλά εκείνος που γνωρίζει πως η ηθική του είναι το πιο προσωπικό του ψέμα. Αυτό δεν είναι μηδενισμός, αλλά μορφή τραγικής επίγνωσης. Η γνώση της τραγικότητας της ύπαρξης τους ανθρώπου δεν μπορεί παρά να είναι ένα είδος σοφιας, ένα δαιμόνιο στο νου του που του υπαγορεύει πως ο καθολικός νομός δεν είναι δικαιοσύνη αλλά μεταβίβαση του ψυχικού βάρους για εσωτερική ανακούφιση, η ανιδιοτέλεια δεν είναι αυτοθυσία αλλά εγωιστική επένδυση για εσωτερική γαλήνη και τελικά η ηθική, από όπου ξεκινήσαμε, δεν είναι παρά η δικαιολόγηση του εαυτού.
Φώτης Μποζίκας